Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

Τα χρονικά του Ρενέ-Νάσου Παλαιολόγου : O άνθρωπος που έκλεψε τα αστέρια ( IV )

Αργά το βράδυ, στο πλακόστρωτο, στα γνώριμα στενά της πόλης... Μανιώδης βηματισμός. Αποφασισμένο βλέμμα. Μια γνώριμη φιγούρα, φαινομενικά βγαλμένη από μυθιστόρημα νουάρ. Η δουλειά έπρεπε να ολοκληρωθεί. Ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου. Ή μήπως όχι; Έφτασε μπροστά σε ένα τραπέζι. Τρεις άντρες γύρω στα 23, σιωπηλοί, καθισμένοι γύρω από το τραπέζι. Τον κοίταξαν. Τους κοίταξε και αυτός...
"Μια μαργαρίτα. Μια βολκάνα. Μια ζαμπόν-τυρί. Και... 3 κοκα-κόλες."
"Ευχαριστούμε!", είπε ο ένας, άλλα εννοούσε ότι χέστηκε και ανυπομονούσε να φάει. Οι άλλοι χαμογέλασαν, ενώ από μέσα τους μοιράστηκαν τη σκέψη του.
Ήταν ο Ρενέ-Νάσος Παλαιολόγος, ερασιτέχνης σερβιτόρος σε πιτσαρία. Λένε πως η καμπαρντίνα κάνει τον ντετέκτιβ. Και μάλλον έχουν δίκαιο. Πάνω στο σώμα που πριν από λίγες μόνο ώρες δέσποζε ένα από τα πιο επιβλητικά πανωφόρια που υπάρχουν, βρισκόταν τώρα ένα λερωμένο λευκό μπλουζάκι με το σήμα μιας τοπικής πιτσαρίας. Πώς θα μπορούσε ένας μέσος άνθρωπος να φανταστεί τα σκοτεινά μυστικά της υπόλοιπης ζωής του με μια πρόχειρη ματιά πάνω του;  Δε θα μπορούσε, είναι η απάντηση. Κάτι που θα μπορούσε όμως να κάνει ένας μέσος άνθρωπος είναι να ανάψει ένα τσιγάρο μπροστά στο σερβιτόρο μιας πιτσαρίας. Και αυτό ακριβώς έκανε ο ένας από τους τρεις πελάτες. Το μάτι του Παλαιολόγου έπεσε αστραπιαία στο κόκκινο κουτί στο τραπέζι και χαμόγελασε σαν μικρό παιδί.
"Αυτά...αυτά είναι σπίρτα Άσσος;"
"Ε... ναι..."
"Και από που τα αγόρασες, αν επιτρέπεται;"
"Από το ψιλικατζίδικο στο επόμενο τετράγωνο αριστερά από εδώ..."
"Υπέροχα... Θεσπέσια... Λαμπρά... Μια υπόθεση λιγότερη να λύσω."
"Τι πράγμα;", αναρωτήθηκε ο νεαρός, κάπως φοβισμένος.
"Τίποτα, τίποτα... ευχαριστώ πάντως!"

Απομακρύνθηκε χαρούμενος, αγνοώντας πλήρως τα παραξενεμένα βλέμματα των πελατών. Ανέβηκε τα σκαλάκια που οδηγούσαν πίσω στην κουζίνα.  Χρειαζόταν χρόνο να σκεφτεί. Δε θα τον είχε.
"Τι έγινε, ρε Αντρέα; Όλα καλά;"
"Ε; Α, ναι, μια χαρά, ρε Αντωνάκη."

 Ο Παλαιολόγος, μετά από προτροπή της Σμαράγδας, είχε υιοθετήσει το ψευδώνυμο Αντρέας για τη δουλειά του στην πιτσαρία. "Για ασφάλεια και χαμηλό προφίλ", του είχε πει. Ο ίδιος δεν είχε καταλάβει ποτέ τι εννοούσε η βοηθός του με αυτό. Γιατί να κρύψει κανείς ένα τόσο υπέροχο όνομα όσο το δικό του;  Και η άγνοια κινδύνου του γινόταν αισθητή όταν συστηνόταν ως ερασιτέχνης σερβιτόρος πιτσαρίας σε κάθε άτομο που γνώριζε. Όπως είχε πει στη Σμαράγδα μετά μια σχετική κατσάδα, α) καμια δουλειά δεν είναι ντροπή, β) δεν προσδιόριζε σε ποιά πιτσαρία δουλεύει.

Τέλος πάντων, ο Ρενέ-Νάσος δεν είχε συνηθίσει το πεζό όνομο Αντρέας και για αυτό άργησε λίγο να αντιδράσει όταν του μίλησε ο άλλος σερβιτόρος του μαγαζιού, ο αγαπητός σε όλους Αντωνάκης. Ο Αντωνάκης ήταν το καλύτερο παιδί, αλλά μιλούσε πολύ και την ώρα που εγώ έγραφα όλες αυτές τις λεπτομέρειες, είχε ήδη ξεκινήσει να λέει μια από τις ιστορίες του στον άτυχο συνάδελφο του.
"...και με είχε κόψει η λόρδα εκεί που χόρευα, οπότε βγαίνω από το κλαμπάκι και βλέπω απέναντι μια καντίνα. Πάω να πάρω κάτι να φάω και μου λέει πως έχει μόνο jugged potatoes. Ξέρεις Αντρέα τι είναι τα jugged potatoes;"
"Ειλικρινά... δεν ξέρω...", είπε μεταξύ αφηρημάδας και αδιαφορίας ο Παλαιολόγος.
"Είναι πατάτες γεμιστές με βούτυρο και φασόλια! Αν είναι δυνατόν! Οπότε και εγώ του λέω Α ΡΕ JUGGED POTATOES! Και κάνω μια με το χέρι και του ρίχνω κάτω όλα τα καλαμάκια και τις χαρτοπετσέτες!"
Συνέχισε να λέει "Α ΡΕ JUGGED POTATOES", κουνώντας το χέρι στον αέρα, τρεις-τέσσερις φορές, περιμένοντας ότι σε μια από αυτές ο συνάδελφος του θα γελάσει. Ερήμην.
"Και πού έγιναν όλα αυτά, είπαμε;", τον ρώτησε ο Ρενέ-Νάσος Παλαιολόγος και εκείνη τη στιγμή η αδιαφορία έπαιζε μονότερμα.
"Στο Λονδίνο σου λέω, ρε. Περίμενα πώς και πώς να γυρίσω εδώ, να μου φτιάξει η μάνα μου δυο-τρια... τέσσερα-πέντε-έξι τόστ να καρδαμώσω!"
"Πολλά τοστ, Αντωνάκη..."
"Ε, το σπιτικό το φαγητό δεν το χορταίνω, ρε φίλε..."
"Μάλιστα... έχεις παρατηρήσει κάτι παράξενο στον ουρανό σήμερα;", άλλαξε απότομα το θέμα, καθώς η αδιαφορία είχε τηλεφωνήσει στα γραφεία του εγκεφάλου του για να απειλήσει με βόμβα.
"Tι εννοείς;", ρώτησε με ύφος άγνοιας ο Αντωνάκης.
"Λείπουν τα αστέρια."
"Ε, κάποιο φυσικό φαινόμενο θα είναι, μωρέ..."
"Δε νομίζω."
"Ε, και τι λες να έγινε; Nα τα έκλεψε κάποιος; Γίνεται αυτό;"
"Γιατί όχι;"
"Πρέπει να είναι πολύ κακός άνθρωπος όποιος θα το έκανε αυτό..."
"Πρέπει... πρέπει..."
"Καμία σχέση με εμένα δηλαδή! Χαχαχαχαχαχαχα!"
Το κουδουνάκι της κουζίνας χτύπησε. Η επόμενη παραγγελία ήταν έτοιμη. Ο Αντωνάκης απομακρύνθηκε βιαστικά. Ευτυχώς.

Λένε πως ακόμα και οι πιο βαρετές κουβέντες μπορούν να σε γεμίσουν με ιδέες. Και πάλι έχουν δίκαιο. Ο Ρενέ-Νάσος Παλαιολόγος ήξερε ακριβώς που έπρεπε να πάει μετά...

Στο ψιλικατζίδικο να πάρει σπίρτα Άσσος.

Και μετά στο γραφείο του για ένα τηλεφώνημα.

(Συνεχίζεται...)


Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

Τα χρονικά του Ρενέ-Νάσου Παλαιολόγου : O άνθρωπος που έκλεψε τα αστέρια ( IΙI )

"Χρόνο; Τι εννοείς χρόνο;", αναρωτήθηκε εύλογα ο δήμαρχος. Πίστευε για τον εαυτό του ότι ήταν ένας στοιχειωδώς έξυπνος άνθρωπος, αλλά βρισκόμενος αντιμέτωπος με έναν πραγματικά έξυπνο άνθρωπο, συνειδητοποίησε ότι είχε πολλές απορίες και λίγες απαντήσεις.
"Ο χρόνος είναι η κινητήρια δύναμη για έναν ντετέκτιβ. Αυτό που ζητάω είναι απλό κύριε δήμαρχε. Μια προθεσμία για να λύσω την υπόθεση. Η πίεση του χρόνου αντικατοπτρίζει τη βαρύτητα της κατάστασης και εξωθεί την εγκεφαλική μου λειτουργία στο έπακρο της.", είπε ο Παλαιολόγος με τόνο που ακροβατούσε μεταξύ αυταρέσκειας και αυτοπεποίθησης.
"Ναι, αλλά για ποιo λόγο να επιλέξω εσένα για τη δουλειά;"
"Λόγω εμπειρίας... Εγώ προσωπικά σταμάτησα τον μεγιστάνα του πλούτου της Chinatown, τον Μα-Μου-Σου-Του!"
"Ποιoς είναι αυτός;"
" 'Εκλεισα με τα χέρια μου το μαγαζί του Κάκια, που τάιζε τη νεολαία μας δηλητηριασμένα donuts.", συνέχισε απτόητος να λέει, κάνοντας αυτάκια με τα δάχτυλα του στη λέξη δηλητηριασμένα. 
H Σμαράγδα χασκογέλασε, μα σταμάτησε απότομα μετά από ένα παγερό βλέμμα του Παλαιολόγου.
"Και να μη μιλήσω για τότε που έβαλα στη φυλακή τον παρανοϊκό παθολόγο που τα βράδια λήστευε τους φίλους του γιου του..."
"Βγάζεις υποθέσεις από το μυαλό σου, έτσι;"
"Ωραία, να το θέσω αλλιώς. Θεωρείτε ότι η αστυνομία της πόλης είναι κατάλληλη για αυτή τη δουλειά;"
O δήμαρχος πάγωσε στη θέση του. Οι αστυνομικοί της πόλης δεν ήταν κατάλληλοι για καμία δουλειά, εκτός ίσως από το να γράφουν κρύα ανέκδοτα στα προφίλ τους στο Facebook.
"...έχεις τρία 24ωρα."
Ο Παλαιολόγος χαμογέλασε συγκρατημένα. Το χαμόγελο του ήταν ένα βήμα πριν το ενθουσιασμένο και ένα βήμα μετά το κουλ. Έβαλε ένα τσιγάρο στο στόμα του και το άναψε στα γρήγορα με ένα σπίρτο. Άρχισε να βήχει ασυγκράτητα.
"ΣΜΑΡΑΓΔΙΑ, ΔΕ ΣΟΥ ΕΙΠΑ ΝΑ ΠΕΤΑΞΕΙΣ ΤΑ ΤΣΙΓΑΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΣΕΠΗ ΜΟΥ; Περιμένεις να θυμάμαι μόνος ότι δεν καπνίζω;"
Πέταξε το τσιγάρο οργισμένα στο πάτωμα, μπροστά στα μάτια της ανήμπορης βοηθού, που είχε σκύψει το κεφάλι από ντρόπη. Άνοιξε την πόρτα του γραφείου.
"Παλαιολόγε, δε θα το μαζέψεις αυτό;", άκουσε τη φωνή του δημάρχου πίσω του.
"Όχι...". Έκλεισε την πόρτα με δύναμη.
Ο δήμαρχος αναστέναξε μπερδεμένος. Μάζεψε την πεσμένη κάρτα από το πάτωμα και την κοίταξε προσεκτικά. Ίσως είχε πάρει μια απόφαση που θα του κόστιζε τις επόμενες εκλογές.

Ο Ρενέ-Νάσος Παλαιολόγος έτρεχε φουριόζος στο διάδρομο του δημαρχείου, με τη Σμαράγδα από πίσω να κρατάει προσεκτικά την ουρά της καμπαρντίνας για να μη την πατήσει κανείς και λερωθεί. Ήταν πλέον πεισμένος ότι για την κακή γεύση των τσιγάρων έφταιγαν τα σπίρτα του και για αυτό δε θα έμενε με σταυρωμένα τα χέρια. Α, και είχε και έναν εγκληματία να σταματήσει. Καθημερινότητα.
Φτάσαν στην είσοδο του δημαρχείου. Παρκαρισμένο σε μια κολώνα βρισκόταν το πιστό του ποδήλατο με το καλαθάκι και τα βοηθητικά ροδάκια. Έλυσε την αλυσίδα και ανέβηκε πάνω. Γύρισε το κεφάλι του στη Σμαράγδα.
"Σμαραγδία, έχω αργήσει... έχω μια δουλειά να κάνω.", είπε με σοβαρό τόνο.

Ξεκίνησε για την πιτσαρία.

(Συνεχίζεται...)

Τα χρονικά του Ρενέ-Νάσου Παλαιολόγου : O άνθρωπος που έκλεψε τα αστέρια ( IΙ )

Ήταν ένα ήσυχο απόγευμα στο δημαρχείο της πόλης. Όπως όλα τα απογεύματα στο δημαρχείο δηλαδή. Τι κάνουν οι άνθρωποι που δουλεύουν στο δημαρχείο και δη αργά το απόγευμα; Κανείς δεν ξέρει. Ούτε οι ίδιοι κατά πάσα πιθανότητα. Υποθέτω πως παίζουν πασιέντζα.

Ο δήμαρχος καθόταν βολικά στη μεγάλη δερμάτινη του πολυθρόνα και απολάμβανε το δωρεάν ασύρματο ίντερνετ που είχε ο ίδιος εγκαταστήσει σε κάθε γωνιά της πόλης. Το δεξί του χέρι χειριζόταν το ποντίκι, ενώ με το αριστερό του χέρι στριφογύριζε αργά και απολαυστικά το πυκνό του μουστάκι. Μια πονηρή ιδεά του πέρασε από το μυαλό. Άφησε το μουστάκι του ήσυχο για λίγο. Πληκτρολόγησε μια διεύθυνση.
"Τι στο καλό; Ποιος κλείδωσε τις τσόντες; Α, ναι... εγώ. Γιατί το έκανα όμως αυτό; Απαράδεκτο. Θα χάσω στις επόμενες εκλογές έτσι που το πάω....".
Ο δήμαρχος έλεγε όλες τις σκέψεις του δυνατά. Οι μεγάλες ιδέες πρέπει να γνωστοποιούνται σε όλους. Βέβαια τώρα ήταν μόνος του στο γραφείο. Oύτε επρόκειτο για μεγάλη ιδέα. Αλλά δεν το είχε σκεφτεί και πολύ αυτό που έκανε... Όπως και όταν αποφάσισε να μπλοκάρει όλα τα "ενήλικα" sites στο δίκτυο της πόλης. Δε βαριέσαι; Τα πάντα διορθώνονται όταν είσαι ο δήμαρχος. Αρκεί να σηκώσεις το τηλέφωνο και να πατήσεις ένα-δυο πλήκτρα. Και αυτό έκανε...
"Γερτρούδη, φώναξε μου τον Φαίδωνα, σε παρακαλώ. Θέλω να συζητήσω μαζί του ένα πολύπλοκο ιδεολογικό ζήτημα σχετικό με τον κλάδο της πληροφορικής, στον οποίο και ειδικεύεται." Ο δήμαρχος είχε τον τρόπο του με τις λέξεις. Καθώς και έναν περιστασιακό εθισμό στο πορνό. Έκλεισε το τηλέφωνο και άπλωσε τα πόδια του πάνω στο γραφείο του.

Ακούστηκαν γρήγορα βήματα στο διάδρομο. Η άμεση αντίδραση του Φαίδωνα εξέπληξε τον δήμαρχο. Ποτέ δεν είχε τον τεχνικό υπολογιστών του για τόσο ετοιμοπόλεμο. Η πόρτα άνοιξε διάπλατα.
"Για μια στιγμή... εσύ δεν είσαι ο Φαίδωνας!", είπε ο δήμαρχος με τη γνωστή παρατηρητικότητα που τον χαρακτήριζε. Λογικό, καθώς απέναντι του στεκόταν ένας ξανθός άντρας με κοτσίδα και υπερβολικά περιποιημένο μούσι, καθώς και μια νεαρή καστανομάλλα κοπέλα που στεκόταν πίσω του και κρατούσε την ουρά της καμπαρντίνας του για να μην ακουμπήσει στο πάτωμα. Κανείς από τους δυο δεν ήταν σίγουρα ο Φαίδωνας.
"Φαίδωνας; Χαχα! Τι γελοίο όνομα είναι αυτό! Και βέβαια δεν είμαι ο Φαίδωνας, αγαπητέ μου δήμαρχε! Είμαι ο Ρενέ-Νάσος Παλαιολόγος, ιδιωτικός ντετέκτιβ, τιμωρός του εγκλήματος και ερασιτέχνης σερβιτόρος σε πιτσαρία!", είπε ο Παλαιολόγος και πέταξε την κάρτα του στο γραφείο του δημάρχου. Η κάρτα κύλησε κάτα μήκος του γραφειου και έπεσε απαλά στο πάτωμα. Ο δήμαρχος δεν έσκυψε να τη μάζεψει...
"Α, ναι, και από εδώ η πιστή μου βοηθός, η Σμαραγδία. Ικανή δακτυλογράφος, μα απαράδεκτη στην επίλυση σταυρολέξων. Είναι η καπάτσα της παρέας.", συνέχισε ο Παλαιολόγος. Είχε ήδη προσέξει την κάρτα στο πάτωμα, αλλά έδωσε τόπο στην οργή, γιατί σημαντικότερα θέματα τον απασχολούσαν τη δεδομένη στιγμή.
"Εεεεε... μπορείτε να με λέτε Σμαράγδα. Και δεν έχω ιδέα τι σημαίνει η λέξη καπάτσα.", συμπλήρωσε η βοηθός.
"Σιωπή, Σμαραγδία! Συγκράτησε την καπατσοσύνη σου για λίγο, καθώς μιλάμε διακυβεύεται η συμπαντική ισορροπία όπως τη γνωρίζουμε και ο δήμαρχος πρέπει να ενημερωθεί οσονούπω..."

Ο δήμαρχος παρακολουθούσε αποσβολωμένος το παραλήρημα δυο αγνώστων που μπήκαν ακάλεστοι στο γραφείο του και μετα βίας κατάφερε να αρθρώσει μια ολοκληρωμένη πρόταση.
 "Ξέρετε, έχω σημαντικές δουλειές να κάνω... Να επιλύσω ένα σημαντικό θέμα με το τοπικό δίκτυο.... Να ταΐσω τα παπάκια που βάλαμε στο ποτάμι... είδατε τα παπάκια; Όμορφα παπάκια... Ψηφίστε με. Έχω να πάω και από την Pizza Roma για να χαιρετίσω τους ψηφοφόρους μου, μα πάνω από όλα εγκάρδιους φίλους μου. Έναν-έναν θα τους χαιρετίσω. Ψηφίστε με. Έχω και μια σημαντική συνάντηση εκεί με τον Kevin Sorbo..." Ήταν μεγάλες οι ολοκληρωμένες προτάσεις του δημάρχου.

Ο Ρενέ-Νάσος Παλαιολόγος είχε στο μεσοδιάστημα κάτσει στο παράθυρο του γραφείου και κοιτούσε επίμονα τον νυχτερινό ουρανό. Δε φαινόταν να έχει δώσει σημασία σε όσα έλεγε ο δήμαρχος.
"Δήμαρχε, χρησιμοποιήσατε την λέξη σημαντικός δυο φορές στα τελευταία δυο λεπτά και δεν μπορώ παρά να υποθέσω ότι δεν γνωρίζετε το νόημα της λέξης. Οπότε ας αφήσουμε στην άκρη τα όμορφα παπάκια και τον Kevin Sorbo για αρχή... Απαντήστε μου σε μια ερώτηση. Έχετε προσέξει κάτι διαφορετικό στο νυχτερινό ουρανό τις τελευταίες μέρες;"
"Ε; ...κάτι διαφορετικό; Όχι..."
"Δεν περίμενα κάτι άλλο... δεν είστε ιδιωτικός ντετέκτιβ άλλωστε... Κύριε δήμαρχε, κάποιος έκλεψε τα αστέρια από τον ουρανό."
"Τι εννοείς έκλεψε τα αστέρια; Ποιος έκλεψε τα αστέρια; Πώς το έκανε αυτό;"
"Η ανθρώπινη ενσάρκωση του απόλυτου κακού, δήμαρχε μου! Ο Ροδόλφος Παλλάτσιο ντε Μάσα. Ο άνθρωπος που έβαλε δυο λ στο όνομα του, ενώ και με ένα θα προφερόταν το ίδιο. Ανέβηκε ψηλά με το μοβ αερόστατο του και μάζεψε όλα τα αστέρια σε ένα μεγάλο σάκο. Ρίξτε μια γρήγορη ματιά, δήμαρχε. Δεν είναι ουρανός αυτό, είναι ένας απέραντος, κατάμαυρος καμβάς. Πού είναι οι χρυσαφί πιτσιλιές που σκόρπισε πάνω του ο Δημιουργός, διάολε; Τι άλλο θα μπορούσε να έχει συμβεί, παρά μια τέτοια κατάπτυστη πράξη με ενορχηστρωτή αυτό τον σαλτιμπάγκο;"
Κάθε λέξη που έβγαινε από το στόμα του ήταν τόσο παθιασμένη, όσο και οργισμένη. Ο δήμαρχος έκατσε δίπλα στον ντετέκτιβ και έριξε μια γρήγορη ματιά στον ουρανό.
"Που να με πάρει και να με σηκώσει, έχεις δίκαιο...", είπε φοβισμένος ο δήμαρχος. Άρχισε να παίζει νευρικά με το μουστάκι του.
"Αυτός ο άντρας δεν έχει ηθικούς φραγμούς, δεν έχει όρια και δε θα διστάσει να κάνει οτιδήποτε. Σε τι αποτρόπαια εγκλήματα θα φτάσει μετά; Θα κλέψει τα αστέρια από την μπάλα του Champions League; Θα κλέψει τα ζωγραφισμένα αστέρια της Demy;  Πραγματικά δε γνωρίζω. Αλλά γνωρίζω ότι πρέπει να σταματηθεί."
"Και τι θέλεις από εμένα;"
Αυτά ήταν τα λόγια που περίμενε. Χαμογέλασε σαρδόνια, σαν κάθε ντετέκτιβ που σέβεται τον εαυτό του.
"Τι άλλο κ. Δήμαρχε; Χρόνο..."

(συνεχίζεται...)

Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 2013

Τα χρονικά του Ρενέ-Νάσου Παλαιολόγου : O άνθρωπος που έκλεψε τα αστέρια ( I )

H πόλη ήταν όμορφη το βράδυ. Έτσι πίστευε τουλάχιστον. Δεν την είχε δει ποτέ του το πρωί, οπότε δεν είχε μέτρο σύγκρισης. Ούτε είχε δει στη ζωή του κάποια άλλη πόλη. Παρ' όλα αυτά, μέσα του το ένιωθε.

Η πόλη δεν τον είχε ανάγκη, αλλά αυτός ήταν εκεί κάθε στιγμή, γιατί την είχε ανάγκη ο ίδιος. Έρωτας δίχως ανταπόκριση. Μαλακία. Δεν απαιτούσε ανταπόκριση όμως, γιατί αυτό το συναίσθημα τον κρατούσε ζωντανό. Η προσμονή να περπατήσει στα στενά της σοκάκια, να νιώσει το αεράκι, που ποτέ δεν ήταν κρύο αλλά πάντα δροσερό, να ακουμπάει τα μακριά του μαλλιά και να σηκώνει την ουρά της καμπαρντίνας του. Να κοιτάξει τον κατάμαυρο νυχτερινό ουρανό της και να μετρήσει ένα-ένα τα αστέρια του. Ήξερε απέξω τις θέσεις και τα ονόματα καθενός από αυτά... Για κάτι τέτοια γεννιούνται οι ντετέκτιβ.

Έβαλε ένα τσιγάρο στο στόμα του. Χέρι βαθιά στην τσέπη της καμπαρντίνας. Τράβηξε από μέσα το κουτί με τα σπίρτα. Το κοίταξε. Χατζηαβάτης. Χαμόγελο βγαλμένο από παιδικές αναμνήσεις...
"Πρέπει να πάρω σπίρτα Άσσος την επόμενη φορά", σκέφτηκε. Ένας άντρας δεν αρκείται σε αγαπημένες φιγούρες από το θέατρο σκιών πάνω στο κουτί τους, αλλά απαιτεί και ποιότητα από τα σπίρτα του. Με μια απότομη κίνηση άναψε το σπίρτο και το ακούμπησε στην άκρη του τσιγάρου. Βαθιά τζούρα. Άρχισε να βήχει δυνατά. Είχε ξεχάσει πως δεν κάπνιζε. Πέταξε οργισμένα το τσιγάρο στο πλακόστρωτο και στη συνέχεια το πάτησε με μίσος με τη σόλα από τα μοκασίνια του. Το τσιγάρο είχε σβήσει...

Είχε φτάσει στην παιδική χαρά. Έκατσε στο αγαπημένο του παγκάκι και σήκωσε το κεφάλι του ψηλά να κοιτάξει τον ουρανό. Το χαμόγελο του χάθηκε αστραπιαία, τα μάτια του γέμισαν απόγνωση... Κάτι έμοιαζε διαφορετικό. Δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία για αυτό. Ήταν ο Ρενέ-Νάσος Παλαιολόγος, ιδιωτικός ντετέκτιβ και ερασιτέχνης σερβιτόρος σε πιτσαρία και αν κάτι ήξερε καλύτερα από όλα, ήταν το πώς έμοιαζε ο βραδινός ουρανός της πόλης του. Η απόγνωση γρήγορα μετατράπηκε σε οργή.

Έψαξε φουριόζος τα περιεχόμενα της άλλης του τσέπης. Έβγαλε ένα κινητό. Smartphone. Ένα έξυπνο τηλέφωνο για έναν έξυπνο άντρα. Πληκτρολόγησε έναν αριθμό. Χτυπάει...
"Την πίστη σου, Σμαραγδία... Σήκωσε το!", είπε δυνατά λες και πίστευε ότι θα ακουστεί αυτό που είπε στην άλλη μεριά της γραμμής. Παραδόξως, δυο δευτερόλεπτα μετά, έλαβε απάντηση.
"Ιδιωτικό γραφείο Ρενέ-Νάσου Παλαιολόγου. Παρακαλώ;", είπε μια γυναικεία φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής.
"Σμαραγδία, εγώ είμαι...", της είπε με βαθιά φωνή, αρμοστή σε κάθε ντεντέκτιβ που σέβεται τον εαυτό του.
"Κύριε Παλαιολόγε, συμβαίνει κάτι; Συγνώμη που άργησα να το σηκώσω, αλλά έλυνα αυτό το σταυρόλεξο...και με δυσκόλευε ιδιαίτερα."
"Που να σε πάρει και να σε σηκώσει, Σμαραγδία, το σταυρόλεξο μπορεί να περιμένει! Έχουμε σημαντικότερα προβλήματα εδώ!"
"Τι είδους προβλήματα δηλαδή;"
"Κάποιος έκλεψε τα αστέρια...", είπε ο Παλαιολόγος, λες και ο ίδιος δεν το πίστευε καλά-καλά.
"Τι πράγμα; Έκλεψε τα αστέρια; Μα ποιος θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο;"
"Ποιος άλλος, γλυκιά μου Σμαραγδία; ΠΟΙΟΣ ΑΛΛΟΣ; ...O Ροδόλφος Παλλάτσιο ντε Μάσα..."

(Συνεχίζεται...)