Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

Μεταμεσονύχτιο παραλήρημα 3

Ένα ποτήρι τσάι που έχει αδειάσει εδώ και ώρες. Δίπλα στο τζάκι. Όπως και εγώ. Με ένα ζευγάρι παντόφλες που μετά βίας κρατάνε ζεστά τα πόδια μου. Ανακατεύοντας τα ξύλα μια στο τόσο για να αναζωπυρώσω τη φωτιά. Πράσινα και κόκκινα φωτάκια αναβοσβήνουν ασταμάτητα πάνω στο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Αν έπεφτε αυτή τη στιγμή το ρεύμα, σκέφτομαι πως δε θα στεναχωριόμουν. Κρυώνω. Θα ήταν υπέροχο αν το ποτήρι γέμιζε ξανά από μόνο του με τσάι. Καυτό, γευστικό, δίχως καμιά συμμετοχή μου στην προετοιμασία του, τσάι. Κάποτε είχε καταστρώσει ένα πανέξυπνο σχέδιο. Να μη σε ξανασκεφτώ και να μη μου ξαναλείψεις. Και θα τα είχα καταφέρει αν τόσο καιρό μετά δεν μου είχες ξαναμιλήσει.  Δε βαριέσαι, ήταν καταδικασμένο εξαρχής...
Το τζάκι έσβησε. Κρυώνω περισσότερο. Δεν έχω άλλο τσάι. Μου λείπεις. Διαρκώς και υπερβολικά. Είναι μεμπτό; Δεν ξέρω στα αλήθεια. Πρέπει να κοιμηθώ το συντομότερο. Συνεχίζω να πιστεύω ότι τελικά οι λαοί θα νικήσουν. Μα πριν από αυτό, εύχομαι σύντομα να βρω τον τρόπο να πετύχω μια μικρή νίκη για μένα.

Κυριακή, 20 Ιουλίου 2014

Me and the Devil

Με λένε Paul. Είμαι ο καλύτερος φίλος του Διαβόλου.

Έτσι με φωνάζει τουλάχιστον. Έχει άλλους φίλους; Δεν ξέρω...Σε περίπτωση που έχει, δε μου τους έχει γνωρίσει πάντως. Δε θέλω να το βλέπω και ανταγωνιστικά,οπότε δεν τον ρωτάω.

Δεν τα καταφέρνω πολύ καλά με το να ζω. Κάθε άλλο. Είμαι κάπως νεκρός βασικά. Εντελώς νεκρός, θα μπορούσε να με διορθώσει κάποιος και δε θα έπεφτε και πολύ έξω.  Έχω κάμποσο καιρό τώρα. Δεν ξέρω πόσο ακριβώς. Ο χρόνος περνάει γρήγορα με καλή παρέα.






Γιατί βρέθηκα στην κόλαση; Ποιος ξέρει; Σου λέει ποτέ κανείς ακριβώς τι πρέπει να κάνεις για να την αποφύγεις; Να είσαι καλός. Νομίζω πως ήμουν τόσο καλός όσο μπορεί να είναι ένας άνθρωπος και απ' ό,τι φαίνεται δεν αρκούσε. Ευτυχώς είμαι βολικό άτομο...

Το δωμάτιο μου στην κόλαση είναι ένας απέραντος κήπος γεμάτος εξωτικά (και μη) λουλούδια και δέντρα, ζώα κάθε λογής, κρυστάλλινες λίμνες και ποτάμια και με εμάς στο επίκεντρο. Ένα τραπέζι τσαγιού, μια τσαγιέρα που δεν αδειάζει ποτέ, δυο ποτήρια που δε λερώνονται ποτέ και δυο μεταλλικές πολυθρόνες σκεπασμένες με μαξιλάρια. Εγώ και αυτός απολαμβάνουμε το τσάι μας, που έχει μια απροσδιόριστη γεύση που θυμίζει κάθε γνωστή γεύση τσαγιού, αλλά όχι ακριβώς. Και γύρω μας οι εποχές αλλάζουν ασταμάτητα: Ζέστη. Βροχή. Χιόνι. Πάλι από την αρχή. Σε μια γουλιά.

Υπάρχουν και άλλα δωμάτια. Ο Lucifer (έτσι θέλει να τον φωνάζω) μου είπε πως τα άλλα δωμάτια είναι εντελώς κενά και βλέπουν από οθόνες αυτό το δωμάτιο. Ελπίζω πως κάνει πλάκα. Ακούγεται τρομακτικό σαν σκέψη και δεν θέλω να πιστέψω πως είναι τόσο άκαρδος. Σε περίπτωση που είναι αλήθεια, αναρωτιέμαι αν έχω αυτό το δωμάτιο επειδή είμαι ο καλύτερος του φίλος ή αν είμαι ο καλύτερος του φίλος επειδή έχω αυτό το δωμάτιο.

Τα μαλλιά του μακριά, πυρόξανθα, κατσαρά. Τα μάτια του εκείνο το χρώμα που σε σαγηνεύει, κάθε φορά που το βλέπεις, μα δεν μπορείς να το ανακαλέσεις, όσο και να το σκεφτείς. Η φωνή του... η πιο απαλή, μεθυστική, καθάρια φωνή που έχω ακούσει ποτέ. Φοράει ένα μισοκουμπωμένο λευκό πουκάμισο, ένα μαύρο μαγιό με κόκκινα λουλούδια και ένα ζευγάρι σανδάλια και πίνει το τσάι του με το μικρό δάχτυλο του δεξιού χεριού του πάντα σηκωμένο.

Είναι πάντα δίπλα μου. Τουλάχιστον τις περισσότερες στιγμές. Με κάνει να ξεχνιέμαι. Να αποφεύγω τη σκέψη του πως θα ένιωθα σε αυτό το μέρος χωρίς την παρέα του. Και αυτός φαίνεται να περνάει καλά. Ίσως να είναι η παρέα μου. Ίσως να έχει διαφορετική αντίληψη της αιωνιότητας.

"Είσαι πραγματικά ξεχωριστός..."
"Ένας απλός άνθρωπος σαν και εσένα είμαι και εγώ, Paul. Μόνο που έχω την απόλυτη επικυριαρχία στο βασίλειο των αμαρτωλών νεκρών."

Γελάσαμε δυνατά μαζί, την ίδια ώρα που ένα φίδι μας σέρβιρε μήλα σε μια πιατέλα. Έχω τόσες ιστορίες να σας πω. Όχι σήμερα όμως. Έχω όλη την αιωνιότητα μπροστά μου.

Τα φύλλα των δέντρων κιτρίνισαν και άρχισαν να πέφτουν. Μια απαλή βροχή ξέσπασε και σταγόνες γέμισαν τα πρόσωπα μας. Όμορφη μελαγχολία. Πόσο λατρεύω το φθινόπωρο. Ήπια μια γουλιά τσάι. Τα πάντα άνθισαν γύρω μου. Φταρνίστηκα δυνατά. Πόσο μισώ την άνοιξη.


Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2014

Ονειροπαγίδα

Κενές μέρες. Κενές νύχτες. Κάθε βράδυ κάπου στις 3 αποκοιμιόταν, όταν η ζέστη, η μιζέρια και ο πονοκέφαλος αποφάσιζαν επιτέλους να τον αφήσουν ήσυχο. Και περίμενε το γνωστό πια όνειρο να ξαναρθεί λίγα λεπτά πριν η ρουτίνα τον σφαλιαρίσει με μίσος, ξυπνώντας τον απότομα.

Εκείνος ήταν λίγο πιο θαρραλέος, λίγο πιο γοητευτικός, λίγο πιο ενδιαφέρων. Εκείνη εξίσου όμορφη, μα λιγότερο αδιάφορη προς την ύπαρξη του. Φιλήθηκαν σαν να είναι το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο. Και κράτησε αιώνια. Λίγα λεπτά. Μέχρι τη σφαλιάρα.

Ξύπνησε πάλι μόνος του στο κρεβάτι. Το συνειδητοποίησε πάλι. Η ευτυχία μέσα του εξαϋλώθηκε σε κλάσματα του δευτερολέπτου. Πάλι. Βγήκε έξω. Ατημέλητος. Μια ακόμα κενή μέρα τον περίμενε.

Τη συνάντησε ξανά. Ένα κοκτέηλ έρωτα και φόβου δημιουργήθηκε στο κεφάλι του. Αντάλλαξαν με το ζόρι τρεις κουβέντες.  Aυτή γέλασε σε μια από τις τρεις. Ύστερα απομακρύνθηκε. "Με συμπαθεί", σκέφτηκε. "Δεν την νοιάζω", σκέφτηκε λίγο μετά. Έμεινε στη δεύτερη σκέψη. Γύρισε σπίτι.

Κενή νύχτα. Δε μπορεί να συνεχιστεί άλλο αυτό. Πήρε ένα καρφί και ένα σφυρί. Χτύπησε το καρφί όσες φορές χρειαζόταν για να μπει στον τοίχο πάνω από το κρεβάτι του. Ακούμπησε πάνω του ένα αρχαίο ινδιάνικο φυλαχτό. Ή εναν ξύλινο κύκλο με φτερά. Όπως το δει κανείς. Ονειροπαγίδα. Έπεσε να κοιμηθεί.

Το όνειρο δεν ξαναήρθε από τότε. Μα οι κενές μέρες ήταν ακόμα εκεί. Και οι κενές νύχτες. Η μιζέρια, η ζέστη, ο πονοκέφαλος. Εκείνος ήταν ακόμα εκεί. Και εκείνη. Έπρεπε να της μιλήσει. Έστω για μια φορά ειλικρινά.

Το έτρεξε στο μυαλό του σε πολλές εκδοχές.

Σε συμπαθώ πολύ. Μ'αρέσεις. Σ' αγαπώ.

Και εγώ. Δεν ξέρω. Σε βλέπω σαν φίλο.

Φιλήθηκαν. Ένιωσαν άβολα. Έμειναν φίλοι. Δεν ξαναμίλησαν ποτέ.

Όλα τα σενάρια συνέβησαν μαζί. Την ίδια στιγμή. Και σκέφτηκε το καθένα ξεχωριστά.. Και φοβήθηκε πολύ. Φοβήθηκε να είναι ευτυχισμένος. Φοβήθηκε να είναι δυστυχισμένος.

"Πρέπει να καταστρέψω την ονειροπαγίδα. Ίσως το όνειρο απελευθερωθεί."

Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2014

Λευκοί τοίχοι

Θυμάμαι εκείνη τη βραδιά που για λίγα λεπτά όλα κατέρρευσαν. Μπροστά σε μια οθόνη υπολογιστή που ήταν η μόνη πηγή φωτός στο σκοτεινό δωμάτιο. Δεν ήμουν μονος. Ένας φίλος μισοκοιμισμένος στο διπλανό κρεβάτι. Η επαναλαμβανόμενη, ψυχρή μουσική  από τα ηχεία του υπολογιστή αντηχούσε στο κεφάλι μου και ήταν ο πυροδότης μιας και μοναδικής σκέψης. Αυτής ενός άδειου δωματίου με λευκούς τοίχους, με εμένα σωριασμένο κάπου στη μέση. Ήμουν πιο μόνος από ποτέ. Δεν ένιωθα όμως μοναξιά, ούτε φόβο, ούτε απόγνωση. Ένιωθα κενός.  Έπεσα να κοιμηθώ.

Αυτή η σκέψη επιστρέφει μια στις τόσες. Κάποιες φορές που περιτριγυρίζομαι από ανθρώπους, αλλά νιώθω λες και δεν είναι κανένας πραγματικά εκεί. Φιλτράρω κάθε ήχο. Λευκοί τοίχοι. Το απόλυτο κενό.

Μέχρι που μια μέρα σε είδα. Ανάμεσα στους ανθρώπους που περπατούσαν, ανέπνεαν, μιλούσαν, μα δεν ήταν εκεί, στεκόσουν ξεκάθαρα μπροστά μου. Ίσως και να ήσουν πάντα εκεί, αλλά σε είδα τώρα. Κάτι ηλίθιο σου είπα. Από συνήθεια. Μου χαμογέλασες. Και ένιωσα πως τα πάντα μέσα μου χαμογέλασαν μαζί σου. Έστω για λίγο δεν ένιωθα κενός.

Βρισκόμουν πάλι στο κενό δωμάτιο. Το είδες στο πρόσωπο μου. Ήρθες και έκατσες δίπλα μου και με ρώτησες τι έχω. Δεν μπορώ να σου εξηγήσω. Μου ζήτησες να προσπαθήσω. Νιώθεις ποτέ πως βρίσκεσαι σε ένα χώρο και κάθε άνθρωπος γύρω σου είναι σαν να μην υπάρχει; Μου είπες ναι, σχεδόν κάθε μέρα. Δεν ήξερα τι να σου απαντήσω.

Το σκέφτηκα λοιπόν. Με τις ώρες. Ένα από τα αμέτρητα βράδια που έμεινα κλεισμένος στο σπίτι, γιατί δεν ήθελα να δω κανέναν εκτός από εσένα. Και συνειδητοποίησα οτι κρυμμένο πίσω από έπιπλα, πίνακες, αφίσες και χρώματα, βρίσκεται ένα κενό δωμάτιο με λευκούς τοίχους. Και ένιωσα φυλακισμένος, έπρεπε να αποδράσω. Και θυμήθηκα πως εκείνο το χαμόγελο με έκανε να συνειδητοποίησω ότι μέσα στο δωμάτιο, ακριβώς πίσω μου, υπήρχε πάντα μια πόρτα. Και την άνοιξα για να βγω.

Και αν μπορούσα θα έβρισκα το δικό σου δωμάτιο. Και αν χτυπούσα με το χέρι μου τον τοίχο του, θα άκουγα το χτύπημα σου ως απάντηση. Και αν σου φώναζα όσα νιώθω θα μ'άκουγες. Και ίσως να απαντούσες κάτι. Ίσως να ήμουν η αιτία που θα άνοιγες την πόρτα.

Κάπως έτσι το βρήκα. Έπρεπε να σου απαντήσω: "Tι είναι αυτό που σε κρατάει φυλακισμένη;"

Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

Τα χρονικά του Ρενέ-Νάσου Παλαιολόγου : O άνθρωπος που έκλεψε τα αστέρια ( V )

Μούχλα. Βερνίκι. Μυρωδιά χαρτιού και μελανιού. Ένα απροσδιόριστο μίγμα μιας βαριάς αντρικής κολόνιας και ενός μεθυστικού γυναικείου αρώματος στην ατμόσφαιρα.  Για κάποιους αυτό το μέρος θα ήταν αποπνικτικό. Για έναν άντρα όμως, αυτό το μέρος ήταν το σπίτι του...

Ο Ρενέ-Νάσος Παλαιολόγος ήταν διπλά βυθισμένος, τόσο στις ανούσια περίπλοκες σκέψεις του, όσο και στην αναπαυτική βυσσινί δερμάτινη καρέκλα του. Μπροστά του, πάνω στο χαοτικά ακατάστατο γραφείο του είχε τοποθετημένη μια σκακιέρα με τα πιόνια να βρίσκονται σε εντελώς λάθος θέσεις. Γύρω-γύρω ένα φωτιστικό με μισοκαμμένη λάμπα, μια γραφομηχανή και βουνά από φάκελους επι φακέλων. Είχαν περάσει ώρες που δεν είχε πει την παραμικρή κουβέντα, αλλά στην πιστή του γραμματέα Σμαράγδα αυτό το χρονικό διάστημα φάνταζε περίπου 8 μήνες και 10 μέρες.
Λίγα δευτερόλεπτα μετά, σήκωσε το δεξί του χέρι και μετακίνησε ένα άλογο πέντε τετράγωνα διαγώνια. Ήταν φανερό πως δεν είχε ιδέα πως να παίζει σκάκι, καθώς και το ότι έβλεπε πολλές σειρές και ταινίες. Στη συνέχεια, σήκωσε έναν φάκελο από την κορυφή της στοίβας, τον εξέτασε βιαστικά από την πρώτη ως την τελευταία γραμμή και άφησε έναν αναστεναγμό. Ο ήχος αυτός ξύπνησε την μισοκοιμισμένη Σμαράγδα στο απέναντι (ομολογουμένως αρκετά μικρότερο σε μέγεθος) γραφείο.

-"Ποιος είναι ο Ροδόλφος Παλλάτσιο ντε Μάσα;"

-"Ποιος είναι;"

-"Τι είπες, Σμαραγδία;"

-"Τι είπα πάλι;"

-"Tι είπες, Σμαραγδία; ΤΙ ΕΙΠΕΣ; ΜΙΛΑ ΚΑΘΑΡΑ ΠΟΥ ΝΑ ΣΕ ΠΑΡΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΣΕ ΣΗΚΩΣΕΙ!", φώναξε φανερά ή προσποιητά εξοργισμένος ο Παλαιολόγος και γκρέμισε με μια αστραπιαία κίνηση του χεριού του μια από τις στοίβες των φακέλων.

-"Εεεεε... Ποιος είναι ο Ροδόλφος Παλλάτσιο ντε Μάσα;"

-"Πολύ καλή ερώτηση, Σμαραγδία, και σε ευχαριστώ που την έκανες... Η απάντηση είναι προφανής βέβαια. Ίσως όχι και τόσο. Όχι. δεν είναι."

-"Ε για αυτό ρώτησα και εγώ..."

-"Ο Ροδόλφος Παλλάτσιο ντε Μάσα είναι ο θανάσιμος εχθρός μου. Ο εγκέφαλος πίσω από κάθε ανατριχιαστικό έγκλημα στην πόλη μας τα τελευταία 14 χρόνια. Ο εραστής του χάους, ο μαέστρος της καταστροφής, το σπυράκι στο κάτω δεξιά μέρος των χειλιών, το τελειωμένο χαρτί υγείας σε δημόσια τουαλέτα."

-"Εννοείτε αυτό το σπυράκι που δεν το σπας γιατί το δέρμα σε εκείνη την περιοχή είναι ευαίσθητο και πονάει πολύ;"

-"Ακριβώς αυτό εννοώ!"

-"Μα τι αποτρόπαια εγκλήματα έκανε τέλος πάντων για να αξίζει μια τέτοια παρομοίωση;"

-"Εισέβαλλε σε σπίτια στις διακοπές του καλοκαιριού και άφησε τις βρύσεις να τρέχουν για να έρθουν υπέρογκοι λογαριασμοί νερού σε φτωχούς ανθρώπους! Κυκλοφόρησε την Coca Cola Vanilla και όταν με τα χίλια ζόρια καταφέραμε να μας αρέσει, την απέσυρε! Εμπόδισε την επανένωση των N'Sync! Επίσης, έχεις δει πουθενά εδώ και χρόνια μεγάλα Bake Rolls ή Ribena φραγκοστάφυλο σε κάποιο περίπτερο;"

-"Ναι, έχω δει..."

-"ΑΛΗΘΕΙΑ, ΠΟΥ;"

-"Δεν έχει σημασία! Κάποιος πρέπει να τον σταματήσει...Εσείς, κύριε Παλαιολόγε!"

-"Έχεις δίκαιο, Σμαραγδία, μα την μπάμπουσκα! Μα είναι ο μόνος άξιος αντίπαλος μου, ο μόνος που μπορεί να με ανταγωνιστεί εγκεφαλικά, ο μόνος που μπορεί να έχει λεπτό μουστάκι χωρίς να φαίνεται γελοίο. Και είναι άπιαστος, σαν να κυνηγάω τη σκιά μου. Και τώρα που έκλεψε τα αστέρια και βύθισε την πόλη στο σκοτάδι, εξαφανίστηκε όπως και η σκιά μου..."

-"Αν η σκιά είναι ένα ποντίκι, το φως είναι ένα κομμάτι τυρί...", είπε η Σμαράγδα με περισπούδαστο ύφος και αναρωτήθηκε ταυτόχρονα γιατί δεν μπορούσε να λύσει το σταυρόλεξο στο προηγούμενο κεφάλαιο. Το πρόσωπο του Παλαιολόγου έλαμψε ξαφνικά.

-"Αυτό είναι, πιστή μου Σμαραγδία! Πρέπει να τον κάνω να εμφανιστεί από το σκοτάδι με το να σταθώ στο φως..."

Ο Ρενέ-Νάσος Παλαιολόγος σηκώθηκε από την καρέκλα του, ίσωσε τον γιακά της καμπαρντίνας του και με τον δείκτη του έριξε κάτω τον μαύρο βασιλιά από τη σκακιέρα.

-"Ρουά ματ! ...φέρε μου το τηλέφωνο, Σμαραγδία, πρέπει να μιλησω με τον δήμαρχο!"

Φήμες λένε πως εκείνη τη στιγμή χαμογέλασε όπως δεν είχε ξαναχαμογελάσει ποτέ.

Τρίτη, 11 Μαρτίου 2014

ΛΟΛ πλάκα κάνω, κάτι έγραψα.

-Και ποιος είσαι τέλος πάντων, ρε φίλε;

-Καλή ερώτηση, πάντα με απασχολούσε και δεν έχω ακριβώς ικανοποιητική απάντηση.

-Ένα γαμημένο όνομα δεν έχεις;

-Tι σημασία έχει το όνομα μου; Η ζωή μου ορίζει ποιος πραγματικά είμαι...

-Οκ, μπήκες σε μια σπηλιά να πουλήσεις δηθενιά σε έναν κύκλωπα. Θες συγχαρητήρια;

-Θέλω να κάνω μια συζήτηση που να ξεφεύγει από τις νόρμες.

-Το να μου πεις το γαμημένο σου όνομα είναι νόρμα δηλαδή;

-Οδυσσέα τον λένε!

-Ελπήνορα, σκάσε, γαμώ το Δια σου!

-Προσπαθώ να βοηθήσω, αφεντικό, η συζήτηση είχε φτάσει αντικειμενικά σε τέλμα.

-Το ότι ξέρεις τη λέξη "τέλμα" είναι ένα μικρό θαύμα από μόνο του, σκατόμυαλε υπάνθρωπε. Τώρα κάτσε σε μια γωνιά και αναλογίσου πόσο άδικη είναι η ύπαρξη σου για τα άλλα σπερματοζωάρια που τους πρόλαβες τη θέση.

-Ρε, μη μιλάς έτσι στο παιδί. Τι έκανε για να αξίζει τέτοια συμπεριφορά;

-Yπάρχει, ρε. Αυτός και κάμποσοι ακόμα μαλάκες. Και η άλλη τους είχε μεταμορφώσει σε γουρούνια και επειδή την πήδηξα, μετά τους έκανε πάλι ανθρώπους. Εγώ απλά τη γούσταρα και ήθελα να πηδηχτούμε, δεν της ζήτησα καμιά χάρη...

-Τι παραλήρημα είναι αυτό, ρε; Για ποιους μιλάς;

-Συνταξιδιώτες. Ανεπιθύμητοι. Μου τραγουδούσαν οι σειρήνες και είχα μαγευτεί, όχι από το τραγούδι αλλά από τη σκέψη να τσακιστώ στα βράχια. Και αυτοί με δέσαν με σκοινιά...

-Τι σου συμβαίνει, ρε Οδυσσέα;

-Δεν ξέρω, ρε φίλε. Απλά κάνω πράγματα. 10 χρόνια σχεδόν. Οτιδήποτε για να μη γυρίσω σπίτι. Γαμήθηκα να τρώω λωτούς και δεν ξέχασα τίποτα απολύτως. Μπήκα σε μια γαμωσπηλιά ενός γαμημένου κύκλωπα γιατί έτσι μου ήρθε. Ήθελα απλά να σου πω μαλακίες, έτσι, γιατί βαριέμαι.

-Και γιατί να τα πεις σε εμένα; Δεν έχεις οικογένεια να σε ακούσει;

-Μα αυτό είναι το νόημα. Δε θέλω να γυρίσω πίσω, ρε φίλε. Οτιδήποτε άλλο από αυτή τη γαμωρουτίνα. Μακάρι να είναι καλά ο γιος μου. Μακάρι να είναι καλά ο σκύλος μου. Μακάρι η γυναίκα μου να πηδιέται με κάθε μνηστήρα που θα της χτυπάει την πόρτα και να μη με σκέφτεται πολύ. Και ίσως κάποια μέρα να με συγχωρήσει, γιατί θα καταλάβει ότι αυτή η καθημερινότητα στην οποία δεν γύρισα ποτέ, για μένα θα ήταν μια "οδύσσεια".

Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2014

Τίτλος γεμάτος φαντασία.

Ήθελα να γράψω κάτι αυτοτελές.

Δεν έχω έμπνευση.

Σκατά.

Καληνύχτα.