Πέμπτη, 11 Μαρτίου 2010

The death of reason. [part 2]

Ήταν βράδυ ή τουλάχιστον κάτι που είχε χαρακτηριστικά βραδιού στην παιδική χαρά που ξύπνησε ο κύριος Belvedere. To ελαφρώς εύσωμο παιδί που στεκόταν μπροστά του και τον κοιτούσε επίμονα, λικνιζόταν ταυτόχρονα με ομολογουμένως μεγαλή δυσκολία πάνω στο ξύλινο του αλογάκι. Ο κύριος B. έριξε μια γρήγορη ματιά στον τριγύρω χώρο και είδε διάφορα αγόρια να κάνουν κούνια και τραμπάλα και έναν συγκεκριμένο να προσπαθεί να κάνει ποδήλατο. Περιμένατε κάποια πιο αστεία περιγραφή του χώρου, αλλά σας απογοητεύω σκόπιμα.
"Ποιοί είναι όλοι αυτοί?", ρώτησε στο παιδί πάνω στο αλογάκι.
"Φίλοι μου. Ή και κομπάρσοι που αγόρασα για να το κάνουν το σκηνικό να φαίνεται πιο ρεαλιστικό. Δε θυμάμαι πια. Είχε τόση πλάκα το αλογάκι που έχω ξεχάσει όλα τα άλλα."
"Και τι ακριβώς είναι εδώ?", ξαναρώτησε ο γέρος.
"Ε...εμείς το φωνάζουμε Πλατεία Β. Κάποιοι άλλοι κακόγουστοι προτιμούν το...Κόλαση."
"Ε Α ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ!"
"Δύσκολο...Λόρδος Σατανάς. Χάρηκα για την γνωριμία. Μπορείς να με φωνάζεις Τζεμπεντάια...Ή και όχι. Όπως γουστάρεις βασικά, στην τύχη μου ήρθε το όνομα."
Ο κύριος Belvedere δε μπόρεσε να αρθρώσει λέξη. Σιωπή...
"Είσαι χοντρός.(Το ντ με δέλτα)", είπε μετά από πολλή προσπάθεια.
"ΕΙΝΑΙ Ο ΘΥΡΟΕΙΔΗΣ ΜΟΥ!!! Αχεμ...Και εσύ είσαι νεκρός! ΧΑ!", απάντησε ο Σατανάς παίρνοντας ένα ύφος γελαστού Κορεάτη που ίσως να τρόμαζε και τον Dolph Lundgren ακόμα.
Ο Belvedere ξανακοίταξε γύρω του αμήχανα. Σε ένα παγκάκι, ένα αγόρι άκουγε ενοχλητική ραπ μουσική. Σκέφτηκε να το χτυπήσει με το μπαστούνι του, αλλά πρόσεξε πως ήταν αρκετά γυμνασμένο και παράτησε τη σκέψη. Το πρώτο που του ήρθε να πει ήταν:
"Κόλαση, λοιπόν..."
"Και σκέψου οτι δεν έχουν έρθει ακόμα τα κορίτσια...Τότε αποκτά το πραγματικό της νόημα η λέξη."
"Και περιμένεις να το πιστέψω αυτό?"
"Όχι, περιμένω...να ξεγυμνωθείς και να χορέψουμε μακαρένα!"
"...και που είναι οι φούρνοι?"
"Στο Νταχάου! ΧΑ! Είμαι σε φόρμα σήμερα!"
"Είμαι άθεος ξέρεις...μου φαίνεται λίγο δύσκολο να το χωνέψω όλο αυτό."
"Και εγω άθεος είμαι...ο Θεός είναι μεγάλος μαλάκας. Πλέον προσποιούμαι πως δεν υπάρχει. Όποτε τον βλέπω στο δρόμο του πετάω σαίτες! Φοβερό? Κόλλα το, δικέ μου!"
Ο κύριος Μπελβεντέρε χτύπησε με δύναμη τον λόρδο Σατανά στο κεφάλι με το μπαστούνι του και του φώναξε:
"Σταμάτα τις ανοησίες! Φοβάμαι εδω πέρα, μπορείς να ωριμάσεις για λίγο και να μου εξηγήσεις τι είναι όλο αυτό?"
"Εγώ είμαι ανώριμος? Εσύ χτυπάς ανθρώπους στο κεφάλι με μπαστούνια! Είναι Κόλαση εδώ, είμαι ο γαμημένος Λόρδος Σατανάς, έχω ένα γαμάτο κουνιστό αλογάκι, γαμάτους φίλους που κάνουν επιτυχημένη καριέρα σαν κομπάρσοι, τι άλλο να θέλω? Α...να μην ξεχάσω, έχω και τον τύπο που ακούει Nelly δυνατά στο παγκάκι για να βασανίζει τους αμαρτωλούς."
"Πραγματικά δεν έχω λόγια...", είπε σαστισμένος ο γέρος.
Ταυτόχρονα, ένας μεσήλικας με καράφλα και γυαλιά κατέβηκε από το ποδήλατο του και πλησίασε τους δυο άντρες.
"Παιδιά, να ρωτήσω κάτι?"
"Βεβαίως..."
"...γαμάτε?"
"Όχι." απάντησαν ομόφωνα και οι δυο και ο άντρας έφυγε με το ποδήλατο του φανερώς απογοητευμένος. Ο Belvedere κοίταξε ξανά τον Σατανά.
"Μπορώ να δω κάπως το Θεό?"
"Αμέ. Αν και δεν καταλαβαίνω γιατί...σου αρέσει να μιλάς με μαλάκες?"
"Όχι, αλλά ο συγγραφέας με βάζει επίτηδες να το κάνω για να βγάζει αστεία."
"Χμμμ...μην ανησυχείς, θα φροντίσω αυτός ο συγγραφέας να ακούσει Nelly μέχρι τελικής πτώσης κάποια στιγμή! Όλα γιατί σε συμπάθησα, κωλόγερε!"
"Καλή φάση. Προς τα που πάω?"
"Πίσω σου ακριβώς υπάρχει ένα δρομάκι. Πάρε το όλο ευθεία και θα βρείς κάτι βαρκούλες που σε πάνε κατευθείαν στο Θεό. Είναι χαρακτηριστικό σημείο, έχει μια πινακίδα με έξυπνο αστειάκι."
"Ευχαριστώ, την κάνω..."
"Πρόσεξε μην αργήσεις, αν δε γυρίσεις θα έρθω με το αλογάκι μου να σε κυνηγήσω και να σε φέρω εδώ...και δε το θες αυτό..."
"Το αλογάκι σου είναι...κολλημένο στο έδαφος."
"Έτσι νομίζεις!!!! ΧΑ!...βασικά δίκαιο έχεις. Τέλος πάντων, μην αργήσεις."
"ΟΚ, τα λέμε, Λόρδε."
Και μετά από πολλούς διαλόγους και ελάχιστη περιγραφή σκηνικών ο κύριος B ξεκίνησε το ταξίδι του για να συναντήσει το άτομο που δεν περίμενε οτι θα συναντούσε ποτέ του. Κάπου πιο δίπλα ένας μεσήλικας με φαλάκρα και γυαλιά έβαζε τέλος στη ζωή του προσπαθώντας να αλλάξει εν κινήσει τα λάστιχα του ποδηλάτου του.

(to be continued...)