Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2014

Ονειροπαγίδα

Κενές μέρες. Κενές νύχτες. Κάθε βράδυ κάπου στις 3 αποκοιμιόταν, όταν η ζέστη, η μιζέρια και ο πονοκέφαλος αποφάσιζαν επιτέλους να τον αφήσουν ήσυχο. Και περίμενε το γνωστό πια όνειρο να ξαναρθεί λίγα λεπτά πριν η ρουτίνα τον σφαλιαρίσει με μίσος, ξυπνώντας τον απότομα.

Εκείνος ήταν λίγο πιο θαρραλέος, λίγο πιο γοητευτικός, λίγο πιο ενδιαφέρων. Εκείνη εξίσου όμορφη, μα λιγότερο αδιάφορη προς την ύπαρξη του. Φιλήθηκαν σαν να είναι το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο. Και κράτησε αιώνια. Λίγα λεπτά. Μέχρι τη σφαλιάρα.

Ξύπνησε πάλι μόνος του στο κρεβάτι. Το συνειδητοποίησε πάλι. Η ευτυχία μέσα του εξαϋλώθηκε σε κλάσματα του δευτερολέπτου. Πάλι. Βγήκε έξω. Ατημέλητος. Μια ακόμα κενή μέρα τον περίμενε.

Τη συνάντησε ξανά. Ένα κοκτέηλ έρωτα και φόβου δημιουργήθηκε στο κεφάλι του. Αντάλλαξαν με το ζόρι τρεις κουβέντες.  Aυτή γέλασε σε μια από τις τρεις. Ύστερα απομακρύνθηκε. "Με συμπαθεί", σκέφτηκε. "Δεν την νοιάζω", σκέφτηκε λίγο μετά. Έμεινε στη δεύτερη σκέψη. Γύρισε σπίτι.

Κενή νύχτα. Δε μπορεί να συνεχιστεί άλλο αυτό. Πήρε ένα καρφί και ένα σφυρί. Χτύπησε το καρφί όσες φορές χρειαζόταν για να μπει στον τοίχο πάνω από το κρεβάτι του. Ακούμπησε πάνω του ένα αρχαίο ινδιάνικο φυλαχτό. Ή εναν ξύλινο κύκλο με φτερά. Όπως το δει κανείς. Ονειροπαγίδα. Έπεσε να κοιμηθεί.

Το όνειρο δεν ξαναήρθε από τότε. Μα οι κενές μέρες ήταν ακόμα εκεί. Και οι κενές νύχτες. Η μιζέρια, η ζέστη, ο πονοκέφαλος. Εκείνος ήταν ακόμα εκεί. Και εκείνη. Έπρεπε να της μιλήσει. Έστω για μια φορά ειλικρινά.

Το έτρεξε στο μυαλό του σε πολλές εκδοχές.

Σε συμπαθώ πολύ. Μ'αρέσεις. Σ' αγαπώ.

Και εγώ. Δεν ξέρω. Σε βλέπω σαν φίλο.

Φιλήθηκαν. Ένιωσαν άβολα. Έμειναν φίλοι. Δεν ξαναμίλησαν ποτέ.

Όλα τα σενάρια συνέβησαν μαζί. Την ίδια στιγμή. Και σκέφτηκε το καθένα ξεχωριστά.. Και φοβήθηκε πολύ. Φοβήθηκε να είναι ευτυχισμένος. Φοβήθηκε να είναι δυστυχισμένος.

"Πρέπει να καταστρέψω την ονειροπαγίδα. Ίσως το όνειρο απελευθερωθεί."

Δεν υπάρχουν σχόλια: