Τετάρτη 28 Μαΐου 2014

Τα χρονικά του Ρενέ-Νάσου Παλαιολόγου : O άνθρωπος που έκλεψε τα αστέρια ( V )

Μούχλα. Βερνίκι. Μυρωδιά χαρτιού και μελανιού. Ένα απροσδιόριστο μίγμα μιας βαριάς αντρικής κολόνιας και ενός μεθυστικού γυναικείου αρώματος στην ατμόσφαιρα.  Για κάποιους αυτό το μέρος θα ήταν αποπνικτικό. Για έναν άντρα όμως, αυτό το μέρος ήταν το σπίτι του...

Ο Ρενέ-Νάσος Παλαιολόγος ήταν διπλά βυθισμένος, τόσο στις ανούσια περίπλοκες σκέψεις του, όσο και στην αναπαυτική βυσσινί δερμάτινη καρέκλα του. Μπροστά του, πάνω στο χαοτικά ακατάστατο γραφείο του είχε τοποθετημένη μια σκακιέρα με τα πιόνια να βρίσκονται σε εντελώς λάθος θέσεις. Γύρω-γύρω ένα φωτιστικό με μισοκαμμένη λάμπα, μια γραφομηχανή και βουνά από φάκελους επι φακέλων. Είχαν περάσει ώρες που δεν είχε πει την παραμικρή κουβέντα, αλλά στην πιστή του γραμματέα Σμαράγδα αυτό το χρονικό διάστημα φάνταζε περίπου 8 μήνες και 10 μέρες.
Λίγα δευτερόλεπτα μετά, σήκωσε το δεξί του χέρι και μετακίνησε ένα άλογο πέντε τετράγωνα διαγώνια. Ήταν φανερό πως δεν είχε ιδέα πως να παίζει σκάκι, καθώς και το ότι έβλεπε πολλές σειρές και ταινίες. Στη συνέχεια, σήκωσε έναν φάκελο από την κορυφή της στοίβας, τον εξέτασε βιαστικά από την πρώτη ως την τελευταία γραμμή και άφησε έναν αναστεναγμό. Ο ήχος αυτός ξύπνησε την μισοκοιμισμένη Σμαράγδα στο απέναντι (ομολογουμένως αρκετά μικρότερο σε μέγεθος) γραφείο.

-"Ποιος είναι ο Ροδόλφος Παλλάτσιο ντε Μάσα;"

-"Ποιος είναι;"

-"Τι είπες, Σμαραγδία;"

-"Τι είπα πάλι;"

-"Tι είπες, Σμαραγδία; ΤΙ ΕΙΠΕΣ; ΜΙΛΑ ΚΑΘΑΡΑ ΠΟΥ ΝΑ ΣΕ ΠΑΡΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΣΕ ΣΗΚΩΣΕΙ!", φώναξε φανερά ή προσποιητά εξοργισμένος ο Παλαιολόγος και γκρέμισε με μια αστραπιαία κίνηση του χεριού του μια από τις στοίβες των φακέλων.

-"Εεεεε... Ποιος είναι ο Ροδόλφος Παλλάτσιο ντε Μάσα;"

-"Πολύ καλή ερώτηση, Σμαραγδία, και σε ευχαριστώ που την έκανες... Η απάντηση είναι προφανής βέβαια. Ίσως όχι και τόσο. Όχι. δεν είναι."

-"Ε για αυτό ρώτησα και εγώ..."

-"Ο Ροδόλφος Παλλάτσιο ντε Μάσα είναι ο θανάσιμος εχθρός μου. Ο εγκέφαλος πίσω από κάθε ανατριχιαστικό έγκλημα στην πόλη μας τα τελευταία 14 χρόνια. Ο εραστής του χάους, ο μαέστρος της καταστροφής, το σπυράκι στο κάτω δεξιά μέρος των χειλιών, το τελειωμένο χαρτί υγείας σε δημόσια τουαλέτα."

-"Εννοείτε αυτό το σπυράκι που δεν το σπας γιατί το δέρμα σε εκείνη την περιοχή είναι ευαίσθητο και πονάει πολύ;"

-"Ακριβώς αυτό εννοώ!"

-"Μα τι αποτρόπαια εγκλήματα έκανε τέλος πάντων για να αξίζει μια τέτοια παρομοίωση;"

-"Εισέβαλλε σε σπίτια στις διακοπές του καλοκαιριού και άφησε τις βρύσεις να τρέχουν για να έρθουν υπέρογκοι λογαριασμοί νερού σε φτωχούς ανθρώπους! Κυκλοφόρησε την Coca Cola Vanilla και όταν με τα χίλια ζόρια καταφέραμε να μας αρέσει, την απέσυρε! Εμπόδισε την επανένωση των N'Sync! Επίσης, έχεις δει πουθενά εδώ και χρόνια μεγάλα Bake Rolls ή Ribena φραγκοστάφυλο σε κάποιο περίπτερο;"

-"Ναι, έχω δει..."

-"ΑΛΗΘΕΙΑ, ΠΟΥ;"

-"Δεν έχει σημασία! Κάποιος πρέπει να τον σταματήσει...Εσείς, κύριε Παλαιολόγε!"

-"Έχεις δίκαιο, Σμαραγδία, μα την μπάμπουσκα! Μα είναι ο μόνος άξιος αντίπαλος μου, ο μόνος που μπορεί να με ανταγωνιστεί εγκεφαλικά, ο μόνος που μπορεί να έχει λεπτό μουστάκι χωρίς να φαίνεται γελοίο. Και είναι άπιαστος, σαν να κυνηγάω τη σκιά μου. Και τώρα που έκλεψε τα αστέρια και βύθισε την πόλη στο σκοτάδι, εξαφανίστηκε όπως και η σκιά μου..."

-"Αν η σκιά είναι ένα ποντίκι, το φως είναι ένα κομμάτι τυρί...", είπε η Σμαράγδα με περισπούδαστο ύφος και αναρωτήθηκε ταυτόχρονα γιατί δεν μπορούσε να λύσει το σταυρόλεξο στο προηγούμενο κεφάλαιο. Το πρόσωπο του Παλαιολόγου έλαμψε ξαφνικά.

-"Αυτό είναι, πιστή μου Σμαραγδία! Πρέπει να τον κάνω να εμφανιστεί από το σκοτάδι με το να σταθώ στο φως..."

Ο Ρενέ-Νάσος Παλαιολόγος σηκώθηκε από την καρέκλα του, ίσωσε τον γιακά της καμπαρντίνας του και με τον δείκτη του έριξε κάτω τον μαύρο βασιλιά από τη σκακιέρα.

-"Ρουά ματ! ...φέρε μου το τηλέφωνο, Σμαραγδία, πρέπει να μιλησω με τον δήμαρχο!"

Φήμες λένε πως εκείνη τη στιγμή χαμογέλασε όπως δεν είχε ξαναχαμογελάσει ποτέ.

Τρίτη 11 Μαρτίου 2014

ΛΟΛ πλάκα κάνω, κάτι έγραψα.

-Και ποιος είσαι τέλος πάντων, ρε φίλε;

-Καλή ερώτηση, πάντα με απασχολούσε και δεν έχω ακριβώς ικανοποιητική απάντηση.

-Ένα γαμημένο όνομα δεν έχεις;

-Tι σημασία έχει το όνομα μου; Η ζωή μου ορίζει ποιος πραγματικά είμαι...

-Οκ, μπήκες σε μια σπηλιά να πουλήσεις δηθενιά σε έναν κύκλωπα. Θες συγχαρητήρια;

-Θέλω να κάνω μια συζήτηση που να ξεφεύγει από τις νόρμες.

-Το να μου πεις το γαμημένο σου όνομα είναι νόρμα δηλαδή;

-Οδυσσέα τον λένε!

-Ελπήνορα, σκάσε, γαμώ το Δια σου!

-Προσπαθώ να βοηθήσω, αφεντικό, η συζήτηση είχε φτάσει αντικειμενικά σε τέλμα.

-Το ότι ξέρεις τη λέξη "τέλμα" είναι ένα μικρό θαύμα από μόνο του, σκατόμυαλε υπάνθρωπε. Τώρα κάτσε σε μια γωνιά και αναλογίσου πόσο άδικη είναι η ύπαρξη σου για τα άλλα σπερματοζωάρια που τους πρόλαβες τη θέση.

-Ρε, μη μιλάς έτσι στο παιδί. Τι έκανε για να αξίζει τέτοια συμπεριφορά;

-Yπάρχει, ρε. Αυτός και κάμποσοι ακόμα μαλάκες. Και η άλλη τους είχε μεταμορφώσει σε γουρούνια και επειδή την πήδηξα, μετά τους έκανε πάλι ανθρώπους. Εγώ απλά τη γούσταρα και ήθελα να πηδηχτούμε, δεν της ζήτησα καμιά χάρη...

-Τι παραλήρημα είναι αυτό, ρε; Για ποιους μιλάς;

-Συνταξιδιώτες. Ανεπιθύμητοι. Μου τραγουδούσαν οι σειρήνες και είχα μαγευτεί, όχι από το τραγούδι αλλά από τη σκέψη να τσακιστώ στα βράχια. Και αυτοί με δέσαν με σκοινιά...

-Τι σου συμβαίνει, ρε Οδυσσέα;

-Δεν ξέρω, ρε φίλε. Απλά κάνω πράγματα. 10 χρόνια σχεδόν. Οτιδήποτε για να μη γυρίσω σπίτι. Γαμήθηκα να τρώω λωτούς και δεν ξέχασα τίποτα απολύτως. Μπήκα σε μια γαμωσπηλιά ενός γαμημένου κύκλωπα γιατί έτσι μου ήρθε. Ήθελα απλά να σου πω μαλακίες, έτσι, γιατί βαριέμαι.

-Και γιατί να τα πεις σε εμένα; Δεν έχεις οικογένεια να σε ακούσει;

-Μα αυτό είναι το νόημα. Δε θέλω να γυρίσω πίσω, ρε φίλε. Οτιδήποτε άλλο από αυτή τη γαμωρουτίνα. Μακάρι να είναι καλά ο γιος μου. Μακάρι να είναι καλά ο σκύλος μου. Μακάρι η γυναίκα μου να πηδιέται με κάθε μνηστήρα που θα της χτυπάει την πόρτα και να μη με σκέφτεται πολύ. Και ίσως κάποια μέρα να με συγχωρήσει, γιατί θα καταλάβει ότι αυτή η καθημερινότητα στην οποία δεν γύρισα ποτέ, για μένα θα ήταν μια "οδύσσεια".

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014

Τίτλος γεμάτος φαντασία.

Ήθελα να γράψω κάτι αυτοτελές.

Δεν έχω έμπνευση.

Σκατά.

Καληνύχτα.

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

Mεταμεσονύχτιο παραλήρημα 2.

Ο έρωτας περνάει από το στομάχι. Για αυτό με πονάει κάθε μέρα η κοιλιά μου. Δυσκολεύεται να περάσει μάλλον. Και δε με χορταίνει. Πήρα και μια Lacta με crackers. Είναι αλμυρή ή γλυκιά; Δεν καταλαβαίνω. Τη σχέση μας. Δεν είμαστε φίλοι, λες στην άλλη.  Και τι είμαστε; Κάτι. Τίποτα. Δεν ξέρω, μια-δυο προτάσεις έκανα. Πλάκα έκανες; Δε γέλασα. Με είδες να γελάω. Στα ψεύτικα ήταν.  Χαλάρωσε. Και εγώ πλάκα κάνω. Ή και όχι. Δε βγάζεις άκρη. Τόσα ερωτήματα...Τσίχλα φράουλα, γεύση κεράσι. Γιατί; Kαι ποιός είναι αυτός; Τον γουστάρεις ε; Έχει μεγάλη μύτη. Και εγώ δηλαδή. Και είμαι και λίγο χοντρός. Σκατά. Είναι πιο ωραίος από εμένα. Το μαλάκα. Και εγώ να πέφτω. Από το ζενίθ στο ναδίρ σε μισή ώρα. Πάτρα-Τρίκαλα πεντέμιση ώρες. Και να'θελα να φύγω, που να πάω; Να πάω για ύπνο. Οι λαοί δε θα νικήσουν μόνοι τους.

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2013

Μεταμεσονύχτιο παραλήρημα

Η μοναξιά είναι βραδινή καταιγίδα και παγωνιά. Κρυώνω. Κανένας μόνος του στην κρίση; Mαλακίες. Αυτό το μπουκάλι με το νερό είναι πάντα σχεδόν άδειο, αλλά δεν αδειάζει ποτέ. Ίσως ξεχνάω και εγώ να πιω. Ίσως δε θέλω να τελειώσει. Πάντα διψασμένος. Για έρωτα; Για επανάσταση; Κάτι τέτοιο. Tέλος πάντων. Όλες οι γυναίκες στο μυαλό μου γίνονται μια. Η πιο όμορφη. Εσύ. Και ας μη μ'αγαπάς. Γιατί δε μ'αγαπάς; Αγάπησε με. Καλό θα σου κάνει. Και εμένα. Δε θέλω να βραχώ. Κάτω από την ομπρέλα σου είναι πιο όμορφα. Έφαγα μισή πίτα από το πάτωμα πριν. Δε στο είπα, για να μη με πεις μαλάκα. Αλλά πεινούσα. Για όλα έχω μια δικαιολογία. Εντάξει. είμαι μαλάκας πάντως. Δεν έχεις και άδικο. Αγάπησε με. Και οι άλλοι μαλάκες έιναι. Με πόνεσε η κοιλιά μου. Με πόνεσε η καρδιά μου. Και εμένα μου λείπεις. Σ'αγαπάω. Καριόλα. Δεν το λέω κακοπροαίρετα. Απλά σε μισώ ώρες-ώρες. Μετά μου χαμογελάς και μου περνάει. Θα σε κερδίσω. Κάποτε. Σε κέρδισα ήδη. Και σε έχασα. Θα σε χάσω. Έκλαψα. Θα ξανακλάψω. Κουμπιά πατιούνται στο κινητό μου. Στην τσέπη μου. Ώρα Καϊρου στην οθόνη. Καμιά διαφορά. Στα αρχίδια μου κιόλας. Ώρα για ύπνο. Καθυστερημένος; Πλήρως. Το μπουκάλι άδειασε επιτέλους. Η ελευθερία δεν ξεχνιέται. Ούτε εσύ, αλλά προσπαθώ. Κοιμήσου γλυκά. Οι λαοί θα νικήσουν.

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013

Τα χρονικά του Ρενέ-Νάσου Παλαιολόγου : O άνθρωπος που έκλεψε τα αστέρια ( IV )

Αργά το βράδυ, στο πλακόστρωτο, στα γνώριμα στενά της πόλης... Μανιώδης βηματισμός. Αποφασισμένο βλέμμα. Μια γνώριμη φιγούρα, φαινομενικά βγαλμένη από μυθιστόρημα νουάρ. Η δουλειά έπρεπε να ολοκληρωθεί. Ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου. Ή μήπως όχι; Έφτασε μπροστά σε ένα τραπέζι. Τρεις άντρες γύρω στα 23, σιωπηλοί, καθισμένοι γύρω από το τραπέζι. Τον κοίταξαν. Τους κοίταξε και αυτός...
"Μια μαργαρίτα. Μια βολκάνα. Μια ζαμπόν-τυρί. Και... 3 κοκα-κόλες."
"Ευχαριστούμε!", είπε ο ένας, άλλα εννοούσε ότι χέστηκε και ανυπομονούσε να φάει. Οι άλλοι χαμογέλασαν, ενώ από μέσα τους μοιράστηκαν τη σκέψη του.
Ήταν ο Ρενέ-Νάσος Παλαιολόγος, ερασιτέχνης σερβιτόρος σε πιτσαρία. Λένε πως η καμπαρντίνα κάνει τον ντετέκτιβ. Και μάλλον έχουν δίκαιο. Πάνω στο σώμα που πριν από λίγες μόνο ώρες δέσποζε ένα από τα πιο επιβλητικά πανωφόρια που υπάρχουν, βρισκόταν τώρα ένα λερωμένο λευκό μπλουζάκι με το σήμα μιας τοπικής πιτσαρίας. Πώς θα μπορούσε ένας μέσος άνθρωπος να φανταστεί τα σκοτεινά μυστικά της υπόλοιπης ζωής του με μια πρόχειρη ματιά πάνω του;  Δε θα μπορούσε, είναι η απάντηση. Κάτι που θα μπορούσε όμως να κάνει ένας μέσος άνθρωπος είναι να ανάψει ένα τσιγάρο μπροστά στο σερβιτόρο μιας πιτσαρίας. Και αυτό ακριβώς έκανε ο ένας από τους τρεις πελάτες. Το μάτι του Παλαιολόγου έπεσε αστραπιαία στο κόκκινο κουτί στο τραπέζι και χαμόγελασε σαν μικρό παιδί.
"Αυτά...αυτά είναι σπίρτα Άσσος;"
"Ε... ναι..."
"Και από που τα αγόρασες, αν επιτρέπεται;"
"Από το ψιλικατζίδικο στο επόμενο τετράγωνο αριστερά από εδώ..."
"Υπέροχα... Θεσπέσια... Λαμπρά... Μια υπόθεση λιγότερη να λύσω."
"Τι πράγμα;", αναρωτήθηκε ο νεαρός, κάπως φοβισμένος.
"Τίποτα, τίποτα... ευχαριστώ πάντως!"

Απομακρύνθηκε χαρούμενος, αγνοώντας πλήρως τα παραξενεμένα βλέμματα των πελατών. Ανέβηκε τα σκαλάκια που οδηγούσαν πίσω στην κουζίνα.  Χρειαζόταν χρόνο να σκεφτεί. Δε θα τον είχε.
"Τι έγινε, ρε Αντρέα; Όλα καλά;"
"Ε; Α, ναι, μια χαρά, ρε Αντωνάκη."

 Ο Παλαιολόγος, μετά από προτροπή της Σμαράγδας, είχε υιοθετήσει το ψευδώνυμο Αντρέας για τη δουλειά του στην πιτσαρία. "Για ασφάλεια και χαμηλό προφίλ", του είχε πει. Ο ίδιος δεν είχε καταλάβει ποτέ τι εννοούσε η βοηθός του με αυτό. Γιατί να κρύψει κανείς ένα τόσο υπέροχο όνομα όσο το δικό του;  Και η άγνοια κινδύνου του γινόταν αισθητή όταν συστηνόταν ως ερασιτέχνης σερβιτόρος πιτσαρίας σε κάθε άτομο που γνώριζε. Όπως είχε πει στη Σμαράγδα μετά μια σχετική κατσάδα, α) καμια δουλειά δεν είναι ντροπή, β) δεν προσδιόριζε σε ποιά πιτσαρία δουλεύει.

Τέλος πάντων, ο Ρενέ-Νάσος δεν είχε συνηθίσει το πεζό όνομο Αντρέας και για αυτό άργησε λίγο να αντιδράσει όταν του μίλησε ο άλλος σερβιτόρος του μαγαζιού, ο αγαπητός σε όλους Αντωνάκης. Ο Αντωνάκης ήταν το καλύτερο παιδί, αλλά μιλούσε πολύ και την ώρα που εγώ έγραφα όλες αυτές τις λεπτομέρειες, είχε ήδη ξεκινήσει να λέει μια από τις ιστορίες του στον άτυχο συνάδελφο του.
"...και με είχε κόψει η λόρδα εκεί που χόρευα, οπότε βγαίνω από το κλαμπάκι και βλέπω απέναντι μια καντίνα. Πάω να πάρω κάτι να φάω και μου λέει πως έχει μόνο jugged potatoes. Ξέρεις Αντρέα τι είναι τα jugged potatoes;"
"Ειλικρινά... δεν ξέρω...", είπε μεταξύ αφηρημάδας και αδιαφορίας ο Παλαιολόγος.
"Είναι πατάτες γεμιστές με βούτυρο και φασόλια! Αν είναι δυνατόν! Οπότε και εγώ του λέω Α ΡΕ JUGGED POTATOES! Και κάνω μια με το χέρι και του ρίχνω κάτω όλα τα καλαμάκια και τις χαρτοπετσέτες!"
Συνέχισε να λέει "Α ΡΕ JUGGED POTATOES", κουνώντας το χέρι στον αέρα, τρεις-τέσσερις φορές, περιμένοντας ότι σε μια από αυτές ο συνάδελφος του θα γελάσει. Ερήμην.
"Και πού έγιναν όλα αυτά, είπαμε;", τον ρώτησε ο Ρενέ-Νάσος Παλαιολόγος και εκείνη τη στιγμή η αδιαφορία έπαιζε μονότερμα.
"Στο Λονδίνο σου λέω, ρε. Περίμενα πώς και πώς να γυρίσω εδώ, να μου φτιάξει η μάνα μου δυο-τρια... τέσσερα-πέντε-έξι τόστ να καρδαμώσω!"
"Πολλά τοστ, Αντωνάκη..."
"Ε, το σπιτικό το φαγητό δεν το χορταίνω, ρε φίλε..."
"Μάλιστα... έχεις παρατηρήσει κάτι παράξενο στον ουρανό σήμερα;", άλλαξε απότομα το θέμα, καθώς η αδιαφορία είχε τηλεφωνήσει στα γραφεία του εγκεφάλου του για να απειλήσει με βόμβα.
"Tι εννοείς;", ρώτησε με ύφος άγνοιας ο Αντωνάκης.
"Λείπουν τα αστέρια."
"Ε, κάποιο φυσικό φαινόμενο θα είναι, μωρέ..."
"Δε νομίζω."
"Ε, και τι λες να έγινε; Nα τα έκλεψε κάποιος; Γίνεται αυτό;"
"Γιατί όχι;"
"Πρέπει να είναι πολύ κακός άνθρωπος όποιος θα το έκανε αυτό..."
"Πρέπει... πρέπει..."
"Καμία σχέση με εμένα δηλαδή! Χαχαχαχαχαχαχα!"
Το κουδουνάκι της κουζίνας χτύπησε. Η επόμενη παραγγελία ήταν έτοιμη. Ο Αντωνάκης απομακρύνθηκε βιαστικά. Ευτυχώς.

Λένε πως ακόμα και οι πιο βαρετές κουβέντες μπορούν να σε γεμίσουν με ιδέες. Και πάλι έχουν δίκαιο. Ο Ρενέ-Νάσος Παλαιολόγος ήξερε ακριβώς που έπρεπε να πάει μετά...

Στο ψιλικατζίδικο να πάρει σπίρτα Άσσος.

Και μετά στο γραφείο του για ένα τηλεφώνημα.

(Συνεχίζεται...)


Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013

Τα χρονικά του Ρενέ-Νάσου Παλαιολόγου : O άνθρωπος που έκλεψε τα αστέρια ( IΙI )

"Χρόνο; Τι εννοείς χρόνο;", αναρωτήθηκε εύλογα ο δήμαρχος. Πίστευε για τον εαυτό του ότι ήταν ένας στοιχειωδώς έξυπνος άνθρωπος, αλλά βρισκόμενος αντιμέτωπος με έναν πραγματικά έξυπνο άνθρωπο, συνειδητοποίησε ότι είχε πολλές απορίες και λίγες απαντήσεις.
"Ο χρόνος είναι η κινητήρια δύναμη για έναν ντετέκτιβ. Αυτό που ζητάω είναι απλό κύριε δήμαρχε. Μια προθεσμία για να λύσω την υπόθεση. Η πίεση του χρόνου αντικατοπτρίζει τη βαρύτητα της κατάστασης και εξωθεί την εγκεφαλική μου λειτουργία στο έπακρο της.", είπε ο Παλαιολόγος με τόνο που ακροβατούσε μεταξύ αυταρέσκειας και αυτοπεποίθησης.
"Ναι, αλλά για ποιo λόγο να επιλέξω εσένα για τη δουλειά;"
"Λόγω εμπειρίας... Εγώ προσωπικά σταμάτησα τον μεγιστάνα του πλούτου της Chinatown, τον Μα-Μου-Σου-Του!"
"Ποιoς είναι αυτός;"
" 'Εκλεισα με τα χέρια μου το μαγαζί του Κάκια, που τάιζε τη νεολαία μας δηλητηριασμένα donuts.", συνέχισε απτόητος να λέει, κάνοντας αυτάκια με τα δάχτυλα του στη λέξη δηλητηριασμένα. 
H Σμαράγδα χασκογέλασε, μα σταμάτησε απότομα μετά από ένα παγερό βλέμμα του Παλαιολόγου.
"Και να μη μιλήσω για τότε που έβαλα στη φυλακή τον παρανοϊκό παθολόγο που τα βράδια λήστευε τους φίλους του γιου του..."
"Βγάζεις υποθέσεις από το μυαλό σου, έτσι;"
"Ωραία, να το θέσω αλλιώς. Θεωρείτε ότι η αστυνομία της πόλης είναι κατάλληλη για αυτή τη δουλειά;"
O δήμαρχος πάγωσε στη θέση του. Οι αστυνομικοί της πόλης δεν ήταν κατάλληλοι για καμία δουλειά, εκτός ίσως από το να γράφουν κρύα ανέκδοτα στα προφίλ τους στο Facebook.
"...έχεις τρία 24ωρα."
Ο Παλαιολόγος χαμογέλασε συγκρατημένα. Το χαμόγελο του ήταν ένα βήμα πριν το ενθουσιασμένο και ένα βήμα μετά το κουλ. Έβαλε ένα τσιγάρο στο στόμα του και το άναψε στα γρήγορα με ένα σπίρτο. Άρχισε να βήχει ασυγκράτητα.
"ΣΜΑΡΑΓΔΙΑ, ΔΕ ΣΟΥ ΕΙΠΑ ΝΑ ΠΕΤΑΞΕΙΣ ΤΑ ΤΣΙΓΑΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΣΕΠΗ ΜΟΥ; Περιμένεις να θυμάμαι μόνος ότι δεν καπνίζω;"
Πέταξε το τσιγάρο οργισμένα στο πάτωμα, μπροστά στα μάτια της ανήμπορης βοηθού, που είχε σκύψει το κεφάλι από ντρόπη. Άνοιξε την πόρτα του γραφείου.
"Παλαιολόγε, δε θα το μαζέψεις αυτό;", άκουσε τη φωνή του δημάρχου πίσω του.
"Όχι...". Έκλεισε την πόρτα με δύναμη.
Ο δήμαρχος αναστέναξε μπερδεμένος. Μάζεψε την πεσμένη κάρτα από το πάτωμα και την κοίταξε προσεκτικά. Ίσως είχε πάρει μια απόφαση που θα του κόστιζε τις επόμενες εκλογές.

Ο Ρενέ-Νάσος Παλαιολόγος έτρεχε φουριόζος στο διάδρομο του δημαρχείου, με τη Σμαράγδα από πίσω να κρατάει προσεκτικά την ουρά της καμπαρντίνας για να μη την πατήσει κανείς και λερωθεί. Ήταν πλέον πεισμένος ότι για την κακή γεύση των τσιγάρων έφταιγαν τα σπίρτα του και για αυτό δε θα έμενε με σταυρωμένα τα χέρια. Α, και είχε και έναν εγκληματία να σταματήσει. Καθημερινότητα.
Φτάσαν στην είσοδο του δημαρχείου. Παρκαρισμένο σε μια κολώνα βρισκόταν το πιστό του ποδήλατο με το καλαθάκι και τα βοηθητικά ροδάκια. Έλυσε την αλυσίδα και ανέβηκε πάνω. Γύρισε το κεφάλι του στη Σμαράγδα.
"Σμαραγδία, έχω αργήσει... έχω μια δουλειά να κάνω.", είπε με σοβαρό τόνο.

Ξεκίνησε για την πιτσαρία.

(Συνεχίζεται...)