O κύριος Belvedere προχωρούσε για πολλή ώρα ακόμη και είχε κουραστεί από τα συνεχόμενα update του blog, οπότε αποφάσισε να ξαποστάσει για λίγο και να πάρει μερικές ανάσες. Τότε πρόσεξε ότι μπροστά του βρισκόταν η θάλασσα! Ο θεός να την κάνει δηλαδή...στην πραγματικότητα ήταν ένα γκρί υγρό που ήταν σχεδόν, αλλά όχι εντελώς διαφορετικό από το νερό και γύρω του υπήρχε μια απόκοσμη(αγαπημένη μου λέξη) ομίχλη για πρόσθετο spooky effect. Ο κύριος Belvedere είχε δει πολύ χειρότερα πράγματα στα ΚΑΠΗ που πήγαινε τα απογεύματα για τάβλι, αλλά κυρίως για να κοροϊδέψει τους θρήσκους παππούδες που σύχναζαν εκεί πέρα, και η παράξενη θάλασσα δε τον πολυτρόμαζε. Κοίταξε γύρω και είδε ένα είδος προβλήτας φτιαγμένης από παλιό ξύλο και κάπου σε ένα σημείο μια πινακίδα που έγραφε "Τσιμπούκια κάνουμε, βαρκούλες αρμενίζουνε...".
-"Πινακίδα με έξυπνο αστειάκι σου λέει μετά...", είπε απογοητευμένος ο Belvedere, συνειδητοποιώντας ότι ο Λόρδος Σατανάς είχε ιδιαίτερη αίσθηση του humor. Ή όριζε ιδιαίτερα την έννοια του humor.
Δίπλα στην πινακίδα αυτή βρισκόταν ξαπλωμένος ένας κοντόχοντρος παππούλης με στολή ναύτη, καπέλο ψαρά και μουστάκι πυροσβέστη. Ο Belvedere τον πλησίασε αργά και σταθερά και τον ρώτησε:
-"Συγνώμη για την ενόχληση...η πινακίδα εδώ λέει είναι πραγματική?"
-"Βεβαίως! Ενδιαφέρεστε για το πρώτο ή το δεύτερο σκέλος?", είπε ενθουσιασμένος ο παππούς.
-"Εεεεε...το δεύτερο σκέλος."
-"Διάολε, πάντα το δεύτερο σκέλος! ...Ακούστηκε δυνατά αυτό?"
-"...αρκετά."
-"Συγνώμη...μήπως σας ενοχλεί το μουστάκι? Γιατί μπορώ και να το ξυρίσω!", συνέχισε ο παππούς.
-"Όχι...δε με ενοχλεί το μουστάκι!"
-"Ούτε εμένα...πιστεύω οτι πάει με τα μάτια μου και προσδίδει ανδρισμό!"
-"Τι κρίμα που προσπαθείς με κάθε άλλο τρόπο να το αντισταθμίσεις!"
-"Ε?"
-"Λέω, τι πρέπει να κάνω για να έρθει μια βάρκα?"
-"Πολύ απλό...ρίχνεις μέσα στη θάλασσα 2 ευρώ και λίγο μετά εμφανίζεται η βάρκα και σε πηγαίνει στον προορισμό σου."
-"Ευτυχώς που δεν ξόδεψα τα τελευταία μου 2 ευρώ στο Ριζοσπάστη δηλαδή!", παρατήρησε ανακουφισμένος ο κ.Belvedere.
-"Τώρα όμως δε θα έχεις τι να διαβάσεις πάνω στη βάρκα! Και θα βαρεθείς...ο βαρκάρης είναι λίγο παράξενο άτομο."
Ο κύριος Belvedere είχε γνωρίσει πιο παράξενα άτομα στα ΚΑΠΗ που πήγαινε τα απογεύματα για τάβλι, αλλά κυρίως για να κοροϊδέψει τους θρήσκους παππούδες που σύχναζαν εκεί πέρα, και έριξε άφοβα τα δυό του ευρώ στην γκρίζα θάλασσα. Λίγο μετά η βάρκα εμφανίστηκε μπροστά στα μάτια του. Προσπάθησε εκείνη την ώρα να σκεφτεί κάτι αστείο για να κλείσει το κεφάλαιο, μα δεν τα κατάφερε και απλά ανέβηκε σιωπηλός στη βάρκα...
Πέμπτη 17 Ιουνίου 2010
The death of reason. [part 4]
Ο κύριος Belvedere προχωρούσε σε έναν έρημο δρόμο, στον οποίο για κάποιο ανεξήγητο λόγο απαγορευόταν η περιγραφή σκηνικών, οπότε ως νομοταγής πολίτης θα αποφύγω να τον περιγράψω. Ο ήχος του μπαστουνιού του που σερνόταν στο έδαφος ήταν ο μόνος ήχος που ακουγόταν για αρκετή ώρα. Μέχρι που μια φωνή αντήχησε στα αυτιά του...
-"ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ! ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ!"
Ένας σοφιστικέ τύπος/παιδί του λαού, με μπλούζα CCCP και σώβρακο Iron Maiden, μακριά μαύρα μαλλιά πιασμένα κοτσίδα, καστανά μάτια και ξύλινη γλώσσα πλησίασε τον Belvedere κρατώντας στα χέρια του πολλά φύλλα του τελευταίου Ριζοσπάστη.
-"Σύντροφε, πόσο χαίρομαι που σε βλέπω!", του είπε ο ΚΝίτης ενθουσιασμένος.
-"Τι κάνεις εσύ εδώ?", ρώτησε δύσπιστα ο κ.Belvedere.
-"Μα ανυποχώρητο, ταξικό αγώνα φυσικά! Τι άλλο?"
-"Δε μπορούμε να γλιτώσουμε από τους ΚΝίτες ούτε στην κόλαση ε?"
-"Τι προβοκατόρικες δηλώσεις είναι αυτές, σύντροφε? Μήπως δε καταλαβαίνεις το ταξικό σου συμφέρον?"
-"Μήπως δε καταλαβαίνεις την ουσία της πραγματικότητας?", απάντησε εκνευρισμένος ο κ.Belvedere.
-"Θέλω να αγοράσεις ένα Ριζοσπάστη, σύντροφε...Γράφει μέσα για το πρόσφατο "εργατικό ατύχημα"(κούνησε τα δάχτυλα του υποδηλώνοντας τη μεταφορική χρήση) στην Πλατεία Β, όπου πέθανε, δήθεν σε ατύχημα, ο σύντροφος γυμνασμένος τύπος. Στην πραγματικότητα, ο Λόρδος Σατανάς τον σκότωσε γιατί σήμερα ετοιμαζόταν να απεργήσει και να έρθει με το ΠΑΜΕ!"
-"Ε...η Τυποεκδοτική δεν απεργεί σήμερα? Πως έβγαλε κιόλας την είδηση?"
-"Μη προσπαθείς να αποπροσανατολίσεις το κίνημα σύντροφε! Σημασία έχει ότι ο Σατανάς ψηφίζει ΣΥΡΙΖΑ! Τα έλεγε το ΚΚΕ, κανείς δε το άκουγε! Είναι δηλαδή οπορτουνιστής και σοσιαλδημοκράτης με φιλολαϊκή προβιά, που στηρίζει τις ξεπουλημένες ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ και ρίχνει νερό στο μύλο των πλουτοκρατών! Και ο βερμπαλισμός του φαίνεται εδώ, που δολοφόνησε ένα γνήσιο παιδί της εργατικής τάξης!",του είπε με μάτια φλογισμένα με πάθος ο ΚΝίτης.
-"Δε κατάλαβα ούτε τα μισά από αυτά που είπες...Πάντως αυτό τον τύπο καλά έκανε και τον σκότωσε, άκουγε ενοχλητική μουσική και πολύ δυνατά μάλιστα! Αν μπορούσα, θα τον σκότωνα και εγώ!"
-"Δε θέλω να πιστέψω ότι είσαι και εσύ τσιράκι των ιμπεριαλιστών, σύντροφε! Μη μου πείς ότι σκοπεύεις να πας και σε πορεία της ΓΣΕΕ?"
-"Πάω να συναντήσω το Θεό βασικά. Ψάχνω κάτι βάρκες..."
-"Συνέχισε όλο ευθεία, σύντροφε! Είσαι στο σωστό δρόμο! Όχι στο δρόμο του συμβιβασμού, ούτε στο Δρόμο της ΚΟΕ, ούτε στον Ευρωμονόδρομο! Σε καλώ να εγκαταλείψεις μάλιστα τις αστικές βάρκες και να πας στο Θεό με το ΠΑΜΕ, τη μόνη ταξική,εργατική βάρκα με σαφή αντιμονοπωλιακό,αντιιμπεριαλιστικό χαρακτήρα...Σύντροφε?"
Ο κύριος Belvedere είχε απομακρυνθεί εδώ και ώρα. Ο ΚΝίτης απογοητευμένος συνέχισε να φωνάζει. Τον είχαν στείλει για εφημεριδοπώληση σε πολύ γαμημένο σημείο...
-"ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ! ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ!"
Ένας σοφιστικέ τύπος/παιδί του λαού, με μπλούζα CCCP και σώβρακο Iron Maiden, μακριά μαύρα μαλλιά πιασμένα κοτσίδα, καστανά μάτια και ξύλινη γλώσσα πλησίασε τον Belvedere κρατώντας στα χέρια του πολλά φύλλα του τελευταίου Ριζοσπάστη.
-"Σύντροφε, πόσο χαίρομαι που σε βλέπω!", του είπε ο ΚΝίτης ενθουσιασμένος.
-"Τι κάνεις εσύ εδώ?", ρώτησε δύσπιστα ο κ.Belvedere.
-"Μα ανυποχώρητο, ταξικό αγώνα φυσικά! Τι άλλο?"
-"Δε μπορούμε να γλιτώσουμε από τους ΚΝίτες ούτε στην κόλαση ε?"
-"Τι προβοκατόρικες δηλώσεις είναι αυτές, σύντροφε? Μήπως δε καταλαβαίνεις το ταξικό σου συμφέρον?"
-"Μήπως δε καταλαβαίνεις την ουσία της πραγματικότητας?", απάντησε εκνευρισμένος ο κ.Belvedere.
-"Θέλω να αγοράσεις ένα Ριζοσπάστη, σύντροφε...Γράφει μέσα για το πρόσφατο "εργατικό ατύχημα"(κούνησε τα δάχτυλα του υποδηλώνοντας τη μεταφορική χρήση) στην Πλατεία Β, όπου πέθανε, δήθεν σε ατύχημα, ο σύντροφος γυμνασμένος τύπος. Στην πραγματικότητα, ο Λόρδος Σατανάς τον σκότωσε γιατί σήμερα ετοιμαζόταν να απεργήσει και να έρθει με το ΠΑΜΕ!"
-"Ε...η Τυποεκδοτική δεν απεργεί σήμερα? Πως έβγαλε κιόλας την είδηση?"
-"Μη προσπαθείς να αποπροσανατολίσεις το κίνημα σύντροφε! Σημασία έχει ότι ο Σατανάς ψηφίζει ΣΥΡΙΖΑ! Τα έλεγε το ΚΚΕ, κανείς δε το άκουγε! Είναι δηλαδή οπορτουνιστής και σοσιαλδημοκράτης με φιλολαϊκή προβιά, που στηρίζει τις ξεπουλημένες ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ και ρίχνει νερό στο μύλο των πλουτοκρατών! Και ο βερμπαλισμός του φαίνεται εδώ, που δολοφόνησε ένα γνήσιο παιδί της εργατικής τάξης!",του είπε με μάτια φλογισμένα με πάθος ο ΚΝίτης.
-"Δε κατάλαβα ούτε τα μισά από αυτά που είπες...Πάντως αυτό τον τύπο καλά έκανε και τον σκότωσε, άκουγε ενοχλητική μουσική και πολύ δυνατά μάλιστα! Αν μπορούσα, θα τον σκότωνα και εγώ!"
-"Δε θέλω να πιστέψω ότι είσαι και εσύ τσιράκι των ιμπεριαλιστών, σύντροφε! Μη μου πείς ότι σκοπεύεις να πας και σε πορεία της ΓΣΕΕ?"
-"Πάω να συναντήσω το Θεό βασικά. Ψάχνω κάτι βάρκες..."
-"Συνέχισε όλο ευθεία, σύντροφε! Είσαι στο σωστό δρόμο! Όχι στο δρόμο του συμβιβασμού, ούτε στο Δρόμο της ΚΟΕ, ούτε στον Ευρωμονόδρομο! Σε καλώ να εγκαταλείψεις μάλιστα τις αστικές βάρκες και να πας στο Θεό με το ΠΑΜΕ, τη μόνη ταξική,εργατική βάρκα με σαφή αντιμονοπωλιακό,αντιιμπεριαλιστικό χαρακτήρα...Σύντροφε?"
Ο κύριος Belvedere είχε απομακρυνθεί εδώ και ώρα. Ο ΚΝίτης απογοητευμένος συνέχισε να φωνάζει. Τον είχαν στείλει για εφημεριδοπώληση σε πολύ γαμημένο σημείο...
The death of reason. [part 3]
Ο γυμνασμένος τύπος συνέχιζε να ακούει Nelly δυνατά στο παγκάκι και τραγουδούσε με μια φωνή που ήταν σχεδόν, αλλά όχι εντελώς, διαφορετική με αυτή του μέσου gangsta rapper.
-"I said it must be ya ass,cause it aint yo face,i need a tip drill,i need a tip drill"
Ο Λόρδος Σατανάς κοιτούσε το κενό αφηρημένος...
-"Λες ο Belvedere να βρεί το δρόμο?", αναρωτήθηκε.
-"Λες ο τυπάς με το ποδήλατο να καταλάβει οτι μάταια προσπαθεί να αυτοκτονήσει, καθώς είναι ήδη νεκρός?", απάντησε ο τύπος στο παγκάκι.
Το γεγονός αυτό παραξένεψε το Λόρδο. Δεν είχε ξανακούσει τη φωνή του τύπου απέναντι του και κάτι τον ενόχλησε.
-"Φίλε, γιατί βρίσκεσαι εδώ?", τον ρώτησε.
-"Είμαι Γαρδικιώτης."
-"Α...έτσι εξηγούνται πολλά! Ειδικά αυτό το ειρωνικό σχόλιο που πέταξες για τον έρημο ανώμαλο παιδεραστή με το ποδήλατο που προσπαθεί να αυτοκτονήσει.", παρατήρησε ενοχλημένος ο Λόρδος Σατανάς και συνέχισε. "Μόλις συνειδητοποίησα οτι δε μ'αρέσει το στυλάκι σου...Μου φαίνεσαι σαν τύπος που υπό άλλες συνθήκες θα με κορόιδευε."
-"Γιατί υπό άλλες συνθήκες? Έχεις δει πρόσφατα τη φάτσα σου? Λόρδος Σατανάς σου λένε, περιμένεις να δεις τίποτα σοβαρό και σου βγαίνει αυτός...αν δε μοιάζει ο Σατανάς με τον Daniel Craig, τι να τον κάνεις? Τα είπα εγώ στο συγγραφέα, αλλά δε με άκουγε. Όλο metal ακούει, I died, then I lived και τέτοιες μαλακίες."
Με μια κίνηση των δαχτύλων, ο απίστευτα ενοχλημένος Λόρδος έβαλε φωτιά στον γυμνασμένο τύπο...οι κραυγές του αντήχησαν στην Πλατεία Β.
-"ΑΑΑΑΑΑΑΑΑ....ΕΙΧΑ ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΓΙΑ ΔΕΙΠΝΟ ΜΕ ΤΟΝ GERARD BUTLER!!!!!". Και μετά κατά κάποιο τρόπο πέθανε. Αν και ήταν ήδη νεκρός. Δε θέλω ερωτήσεις. Γούσταρα και το έγραψα.
Ο Λόρδος Σατανάς γύρισε σε έναν τύπο με καστανά μαλλιά λίγο πιο πέρα και του είπε -"Ε εσύ! Από εδώ και μπρός είσαι ο αντικαταστάτης του γυμνασμένου τύπου! Ξέρεις κανα καλό τρόπο να βασανίζεις αμαρτωλούς?"
-"Όχι...αλλά ξέρω μερικές γαμάτες σκηνές από τους ΑΜΑΝ και ένα ανέκδοτο με έναν σατανιστή και μια παρθένα!"
Ο Λόρδος Σατανάς χαμογέλασε σαρδόνια (πάντα ήθελα να χρησιμοποιήσω κάπως αυτή τη λέξη!). Η αιωνιότητα του θα αποκτούσε επιτέλους ξανά ενδιαφέρον...
-"I said it must be ya ass,cause it aint yo face,i need a tip drill,i need a tip drill"
Ο Λόρδος Σατανάς κοιτούσε το κενό αφηρημένος...
-"Λες ο Belvedere να βρεί το δρόμο?", αναρωτήθηκε.
-"Λες ο τυπάς με το ποδήλατο να καταλάβει οτι μάταια προσπαθεί να αυτοκτονήσει, καθώς είναι ήδη νεκρός?", απάντησε ο τύπος στο παγκάκι.
Το γεγονός αυτό παραξένεψε το Λόρδο. Δεν είχε ξανακούσει τη φωνή του τύπου απέναντι του και κάτι τον ενόχλησε.
-"Φίλε, γιατί βρίσκεσαι εδώ?", τον ρώτησε.
-"Είμαι Γαρδικιώτης."
-"Α...έτσι εξηγούνται πολλά! Ειδικά αυτό το ειρωνικό σχόλιο που πέταξες για τον έρημο ανώμαλο παιδεραστή με το ποδήλατο που προσπαθεί να αυτοκτονήσει.", παρατήρησε ενοχλημένος ο Λόρδος Σατανάς και συνέχισε. "Μόλις συνειδητοποίησα οτι δε μ'αρέσει το στυλάκι σου...Μου φαίνεσαι σαν τύπος που υπό άλλες συνθήκες θα με κορόιδευε."
-"Γιατί υπό άλλες συνθήκες? Έχεις δει πρόσφατα τη φάτσα σου? Λόρδος Σατανάς σου λένε, περιμένεις να δεις τίποτα σοβαρό και σου βγαίνει αυτός...αν δε μοιάζει ο Σατανάς με τον Daniel Craig, τι να τον κάνεις? Τα είπα εγώ στο συγγραφέα, αλλά δε με άκουγε. Όλο metal ακούει, I died, then I lived και τέτοιες μαλακίες."
Με μια κίνηση των δαχτύλων, ο απίστευτα ενοχλημένος Λόρδος έβαλε φωτιά στον γυμνασμένο τύπο...οι κραυγές του αντήχησαν στην Πλατεία Β.
-"ΑΑΑΑΑΑΑΑΑ....ΕΙΧΑ ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΓΙΑ ΔΕΙΠΝΟ ΜΕ ΤΟΝ GERARD BUTLER!!!!!". Και μετά κατά κάποιο τρόπο πέθανε. Αν και ήταν ήδη νεκρός. Δε θέλω ερωτήσεις. Γούσταρα και το έγραψα.
Ο Λόρδος Σατανάς γύρισε σε έναν τύπο με καστανά μαλλιά λίγο πιο πέρα και του είπε -"Ε εσύ! Από εδώ και μπρός είσαι ο αντικαταστάτης του γυμνασμένου τύπου! Ξέρεις κανα καλό τρόπο να βασανίζεις αμαρτωλούς?"
-"Όχι...αλλά ξέρω μερικές γαμάτες σκηνές από τους ΑΜΑΝ και ένα ανέκδοτο με έναν σατανιστή και μια παρθένα!"
Ο Λόρδος Σατανάς χαμογέλασε σαρδόνια (πάντα ήθελα να χρησιμοποιήσω κάπως αυτή τη λέξη!). Η αιωνιότητα του θα αποκτούσε επιτέλους ξανά ενδιαφέρον...
Πέμπτη 11 Μαρτίου 2010
The death of reason. [part 2]
Ήταν βράδυ ή τουλάχιστον κάτι που είχε χαρακτηριστικά βραδιού στην παιδική χαρά που ξύπνησε ο κύριος Belvedere. To ελαφρώς εύσωμο παιδί που στεκόταν μπροστά του και τον κοιτούσε επίμονα, λικνιζόταν ταυτόχρονα με ομολογουμένως μεγαλή δυσκολία πάνω στο ξύλινο του αλογάκι. Ο κύριος B. έριξε μια γρήγορη ματιά στον τριγύρω χώρο και είδε διάφορα αγόρια να κάνουν κούνια και τραμπάλα και έναν συγκεκριμένο να προσπαθεί να κάνει ποδήλατο. Περιμένατε κάποια πιο αστεία περιγραφή του χώρου, αλλά σας απογοητεύω σκόπιμα.
"Ποιοί είναι όλοι αυτοί?", ρώτησε στο παιδί πάνω στο αλογάκι.
"Φίλοι μου. Ή και κομπάρσοι που αγόρασα για να το κάνουν το σκηνικό να φαίνεται πιο ρεαλιστικό. Δε θυμάμαι πια. Είχε τόση πλάκα το αλογάκι που έχω ξεχάσει όλα τα άλλα."
"Και τι ακριβώς είναι εδώ?", ξαναρώτησε ο γέρος.
"Ε...εμείς το φωνάζουμε Πλατεία Β. Κάποιοι άλλοι κακόγουστοι προτιμούν το...Κόλαση."
"Ε Α ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ!"
"Δύσκολο...Λόρδος Σατανάς. Χάρηκα για την γνωριμία. Μπορείς να με φωνάζεις Τζεμπεντάια...Ή και όχι. Όπως γουστάρεις βασικά, στην τύχη μου ήρθε το όνομα."
Ο κύριος Belvedere δε μπόρεσε να αρθρώσει λέξη. Σιωπή...
"Είσαι χοντρός.(Το ντ με δέλτα)", είπε μετά από πολλή προσπάθεια.
"ΕΙΝΑΙ Ο ΘΥΡΟΕΙΔΗΣ ΜΟΥ!!! Αχεμ...Και εσύ είσαι νεκρός! ΧΑ!", απάντησε ο Σατανάς παίρνοντας ένα ύφος γελαστού Κορεάτη που ίσως να τρόμαζε και τον Dolph Lundgren ακόμα.
Ο Belvedere ξανακοίταξε γύρω του αμήχανα. Σε ένα παγκάκι, ένα αγόρι άκουγε ενοχλητική ραπ μουσική. Σκέφτηκε να το χτυπήσει με το μπαστούνι του, αλλά πρόσεξε πως ήταν αρκετά γυμνασμένο και παράτησε τη σκέψη. Το πρώτο που του ήρθε να πει ήταν:
"Κόλαση, λοιπόν..."
"Και σκέψου οτι δεν έχουν έρθει ακόμα τα κορίτσια...Τότε αποκτά το πραγματικό της νόημα η λέξη."
"Και περιμένεις να το πιστέψω αυτό?"
"Όχι, περιμένω...να ξεγυμνωθείς και να χορέψουμε μακαρένα!"
"...και που είναι οι φούρνοι?"
"Στο Νταχάου! ΧΑ! Είμαι σε φόρμα σήμερα!"
"Είμαι άθεος ξέρεις...μου φαίνεται λίγο δύσκολο να το χωνέψω όλο αυτό."
"Και εγω άθεος είμαι...ο Θεός είναι μεγάλος μαλάκας. Πλέον προσποιούμαι πως δεν υπάρχει. Όποτε τον βλέπω στο δρόμο του πετάω σαίτες! Φοβερό? Κόλλα το, δικέ μου!"
Ο κύριος Μπελβεντέρε χτύπησε με δύναμη τον λόρδο Σατανά στο κεφάλι με το μπαστούνι του και του φώναξε:
"Σταμάτα τις ανοησίες! Φοβάμαι εδω πέρα, μπορείς να ωριμάσεις για λίγο και να μου εξηγήσεις τι είναι όλο αυτό?"
"Εγώ είμαι ανώριμος? Εσύ χτυπάς ανθρώπους στο κεφάλι με μπαστούνια! Είναι Κόλαση εδώ, είμαι ο γαμημένος Λόρδος Σατανάς, έχω ένα γαμάτο κουνιστό αλογάκι, γαμάτους φίλους που κάνουν επιτυχημένη καριέρα σαν κομπάρσοι, τι άλλο να θέλω? Α...να μην ξεχάσω, έχω και τον τύπο που ακούει Nelly δυνατά στο παγκάκι για να βασανίζει τους αμαρτωλούς."
"Πραγματικά δεν έχω λόγια...", είπε σαστισμένος ο γέρος.
Ταυτόχρονα, ένας μεσήλικας με καράφλα και γυαλιά κατέβηκε από το ποδήλατο του και πλησίασε τους δυο άντρες.
"Παιδιά, να ρωτήσω κάτι?"
"Βεβαίως..."
"...γαμάτε?"
"Όχι." απάντησαν ομόφωνα και οι δυο και ο άντρας έφυγε με το ποδήλατο του φανερώς απογοητευμένος. Ο Belvedere κοίταξε ξανά τον Σατανά.
"Μπορώ να δω κάπως το Θεό?"
"Αμέ. Αν και δεν καταλαβαίνω γιατί...σου αρέσει να μιλάς με μαλάκες?"
"Όχι, αλλά ο συγγραφέας με βάζει επίτηδες να το κάνω για να βγάζει αστεία."
"Χμμμ...μην ανησυχείς, θα φροντίσω αυτός ο συγγραφέας να ακούσει Nelly μέχρι τελικής πτώσης κάποια στιγμή! Όλα γιατί σε συμπάθησα, κωλόγερε!"
"Καλή φάση. Προς τα που πάω?"
"Πίσω σου ακριβώς υπάρχει ένα δρομάκι. Πάρε το όλο ευθεία και θα βρείς κάτι βαρκούλες που σε πάνε κατευθείαν στο Θεό. Είναι χαρακτηριστικό σημείο, έχει μια πινακίδα με έξυπνο αστειάκι."
"Ευχαριστώ, την κάνω..."
"Πρόσεξε μην αργήσεις, αν δε γυρίσεις θα έρθω με το αλογάκι μου να σε κυνηγήσω και να σε φέρω εδώ...και δε το θες αυτό..."
"Το αλογάκι σου είναι...κολλημένο στο έδαφος."
"Έτσι νομίζεις!!!! ΧΑ!...βασικά δίκαιο έχεις. Τέλος πάντων, μην αργήσεις."
"ΟΚ, τα λέμε, Λόρδε."
Και μετά από πολλούς διαλόγους και ελάχιστη περιγραφή σκηνικών ο κύριος B ξεκίνησε το ταξίδι του για να συναντήσει το άτομο που δεν περίμενε οτι θα συναντούσε ποτέ του. Κάπου πιο δίπλα ένας μεσήλικας με φαλάκρα και γυαλιά έβαζε τέλος στη ζωή του προσπαθώντας να αλλάξει εν κινήσει τα λάστιχα του ποδηλάτου του.
(to be continued...)
"Ποιοί είναι όλοι αυτοί?", ρώτησε στο παιδί πάνω στο αλογάκι.
"Φίλοι μου. Ή και κομπάρσοι που αγόρασα για να το κάνουν το σκηνικό να φαίνεται πιο ρεαλιστικό. Δε θυμάμαι πια. Είχε τόση πλάκα το αλογάκι που έχω ξεχάσει όλα τα άλλα."
"Και τι ακριβώς είναι εδώ?", ξαναρώτησε ο γέρος.
"Ε...εμείς το φωνάζουμε Πλατεία Β. Κάποιοι άλλοι κακόγουστοι προτιμούν το...Κόλαση."
"Ε Α ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ!"
"Δύσκολο...Λόρδος Σατανάς. Χάρηκα για την γνωριμία. Μπορείς να με φωνάζεις Τζεμπεντάια...Ή και όχι. Όπως γουστάρεις βασικά, στην τύχη μου ήρθε το όνομα."
Ο κύριος Belvedere δε μπόρεσε να αρθρώσει λέξη. Σιωπή...
"Είσαι χοντρός.(Το ντ με δέλτα)", είπε μετά από πολλή προσπάθεια.
"ΕΙΝΑΙ Ο ΘΥΡΟΕΙΔΗΣ ΜΟΥ!!! Αχεμ...Και εσύ είσαι νεκρός! ΧΑ!", απάντησε ο Σατανάς παίρνοντας ένα ύφος γελαστού Κορεάτη που ίσως να τρόμαζε και τον Dolph Lundgren ακόμα.
Ο Belvedere ξανακοίταξε γύρω του αμήχανα. Σε ένα παγκάκι, ένα αγόρι άκουγε ενοχλητική ραπ μουσική. Σκέφτηκε να το χτυπήσει με το μπαστούνι του, αλλά πρόσεξε πως ήταν αρκετά γυμνασμένο και παράτησε τη σκέψη. Το πρώτο που του ήρθε να πει ήταν:
"Κόλαση, λοιπόν..."
"Και σκέψου οτι δεν έχουν έρθει ακόμα τα κορίτσια...Τότε αποκτά το πραγματικό της νόημα η λέξη."
"Και περιμένεις να το πιστέψω αυτό?"
"Όχι, περιμένω...να ξεγυμνωθείς και να χορέψουμε μακαρένα!"
"...και που είναι οι φούρνοι?"
"Στο Νταχάου! ΧΑ! Είμαι σε φόρμα σήμερα!"
"Είμαι άθεος ξέρεις...μου φαίνεται λίγο δύσκολο να το χωνέψω όλο αυτό."
"Και εγω άθεος είμαι...ο Θεός είναι μεγάλος μαλάκας. Πλέον προσποιούμαι πως δεν υπάρχει. Όποτε τον βλέπω στο δρόμο του πετάω σαίτες! Φοβερό? Κόλλα το, δικέ μου!"
Ο κύριος Μπελβεντέρε χτύπησε με δύναμη τον λόρδο Σατανά στο κεφάλι με το μπαστούνι του και του φώναξε:
"Σταμάτα τις ανοησίες! Φοβάμαι εδω πέρα, μπορείς να ωριμάσεις για λίγο και να μου εξηγήσεις τι είναι όλο αυτό?"
"Εγώ είμαι ανώριμος? Εσύ χτυπάς ανθρώπους στο κεφάλι με μπαστούνια! Είναι Κόλαση εδώ, είμαι ο γαμημένος Λόρδος Σατανάς, έχω ένα γαμάτο κουνιστό αλογάκι, γαμάτους φίλους που κάνουν επιτυχημένη καριέρα σαν κομπάρσοι, τι άλλο να θέλω? Α...να μην ξεχάσω, έχω και τον τύπο που ακούει Nelly δυνατά στο παγκάκι για να βασανίζει τους αμαρτωλούς."
"Πραγματικά δεν έχω λόγια...", είπε σαστισμένος ο γέρος.
Ταυτόχρονα, ένας μεσήλικας με καράφλα και γυαλιά κατέβηκε από το ποδήλατο του και πλησίασε τους δυο άντρες.
"Παιδιά, να ρωτήσω κάτι?"
"Βεβαίως..."
"...γαμάτε?"
"Όχι." απάντησαν ομόφωνα και οι δυο και ο άντρας έφυγε με το ποδήλατο του φανερώς απογοητευμένος. Ο Belvedere κοίταξε ξανά τον Σατανά.
"Μπορώ να δω κάπως το Θεό?"
"Αμέ. Αν και δεν καταλαβαίνω γιατί...σου αρέσει να μιλάς με μαλάκες?"
"Όχι, αλλά ο συγγραφέας με βάζει επίτηδες να το κάνω για να βγάζει αστεία."
"Χμμμ...μην ανησυχείς, θα φροντίσω αυτός ο συγγραφέας να ακούσει Nelly μέχρι τελικής πτώσης κάποια στιγμή! Όλα γιατί σε συμπάθησα, κωλόγερε!"
"Καλή φάση. Προς τα που πάω?"
"Πίσω σου ακριβώς υπάρχει ένα δρομάκι. Πάρε το όλο ευθεία και θα βρείς κάτι βαρκούλες που σε πάνε κατευθείαν στο Θεό. Είναι χαρακτηριστικό σημείο, έχει μια πινακίδα με έξυπνο αστειάκι."
"Ευχαριστώ, την κάνω..."
"Πρόσεξε μην αργήσεις, αν δε γυρίσεις θα έρθω με το αλογάκι μου να σε κυνηγήσω και να σε φέρω εδώ...και δε το θες αυτό..."
"Το αλογάκι σου είναι...κολλημένο στο έδαφος."
"Έτσι νομίζεις!!!! ΧΑ!...βασικά δίκαιο έχεις. Τέλος πάντων, μην αργήσεις."
"ΟΚ, τα λέμε, Λόρδε."
Και μετά από πολλούς διαλόγους και ελάχιστη περιγραφή σκηνικών ο κύριος B ξεκίνησε το ταξίδι του για να συναντήσει το άτομο που δεν περίμενε οτι θα συναντούσε ποτέ του. Κάπου πιο δίπλα ένας μεσήλικας με φαλάκρα και γυαλιά έβαζε τέλος στη ζωή του προσπαθώντας να αλλάξει εν κινήσει τα λάστιχα του ποδηλάτου του.
(to be continued...)
Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2010
The death of reason.
O κύριος Belvedere ήταν άθεος. Σύμφωνα με πολλά λεξικά (δε μπορώ να πω με σιγουρία για όλα) άθεος είναι αυτός που δεν πιστεύει στον/σε κάποιον Θεό...
Για τον κύριο Belvedere είχε μια άλλη σημασία. Άθεος ήταν όποιος σε αυτό τον κόσμο σκεφτόταν λογικά. Όποιος ήταν έξυπνος. Οι άθεοι κατείχαν την απόλυτη αλήθεια. Ο κύριος Belvedere σκεφτόταν λογικά, κατείχε την απόλυτη αλήθεια, ήταν έξυπνος. Αυτή η σκέψη πάντα τον ευχαριστούσε. Από μικρός ακόμα,έχοντας κατασταλάξει στην άποψη του αυτή, γελούσε από μέσα του με την καρδιά του στο μάθημα των Θρησκευτικών με τις ανόητες ερωτήσεις των συμμαθητών του. Πώς μπορούσαν να πιστεύουν αυτά τα παραμυθάκια? Για τη δόση φαντασίας του προτιμούσε πάντα τα καρτούν στην τηλεόραση, που σε αντίθεση με τη θρησκεία δεν έπαιρναν τον εαυτό τους τόσο σοβαρά.
Καθώς μεγάλωνε, έβρισκε όλο και περισσότερες ευκαιρίες να καμαρώσει για την ιδεολογία του. Όταν είχε βάλει για πρώτη φορά στο Religious Views του στο facebook "Atheist", χαμογελούσε ηλίθια για 5 λεπτά. Είχε την πρώτη του στύση διαβάζοντας την Περι Θεού Αυταπάτη του Richard Dawkins. Διάβαζε όλο και περισσότερα βιβλία που αποδείκνυαν πόσο δίκαιο είχε. Αυτή η ιστορία δεν είναι μια από αυτές που θα τον ευχαριστούσαν...
Ο κύριος Belvedere είχε πια γεράσει. Δεν είχε και πολλά παράπονα, η ζωή του ήταν γεμάτη περιπέτειες, ταξίδια, καταχρήσεις, γενικά μια ζωή που θα έκανε μια ωραία ιστορία για τα εγγόνια του. Δυστυχώς, δεν είχε εγγόνια για να την διηγηθεί. Το να κάνει οικογένεια δεν ήταν ποτέ στα άμεσα σχέδια του. Πάντα έλεγε ότι αφού στο τέλος πεθαίνεις μόνος, άμα ζήσεις και μόνος δε θα σου φανεί και τόσο άσχημο στο τέλος. Έφτασε εκείνη η μέρα που αρρώστησε άσχημα και το μετάνιωσε πολύ για εκείνο το ευφυολόγημα που παρουσίαζε στους άλλους ως τρόπο ζωής. Ο γιατρός του είπε ότι δε του μέναν παρά ελάχιστες μέρες ζωής. Και τι θα μπορούσε να κάνει τώρα που συνειδητοποιούσε αργά-αργά οτι η ζωή του θα λάμβανε σύντομα τέλος? Οικογένεια δεν είχε να μοιραστεί όσες στιγμές του είχαν απομείνει...Οι περισσότεροι στην ηλικία του στρεφόντουσαν στη θρησκεία, την μόνη λύση για την καταπολέμηση της μεταθανάτιας ανυπαρξίας. Ο κύριος Belvedere ήταν περήφανος άνθρωπος, ήταν και ορθολογιστής και, όσο και αν η ανυπαρξία τον φόβιζε όσο τίποτε άλλο, δεδομένου οτι είχε επιλέξει να περπατήσει όλη του τη ζωή το ψυχρό μονοπάτι της λογικής, δε σκόπευε να γυρίσει πίσω. Έτσι αποφάσισε οτι το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν υπομονή...
Στο κρεβάτι του νοσοκομείου που βρέθηκε κάμποσες μέρες μετά, ο κύριος Belvedere δεν έβγαλε άχνα, όσο και αν υπέφερε από την αργή κατάρρευση του οργανισμού του, παρά μόνο συλλογιζόταν...Η λογική τον είχε κάνει μια ζωή μίζερο, σε μια οικογένεια θα είχε βρει θαλπωρή και αγάπη, σε μια θρησκεία θα είχε βρει ένα σύστημα αξιών και μια ψεύτικη αίσθηση ασφάλειας από τον θάνατο. Μπορεί να ζούσε με άγνοια, αλλά θα ζούσε πιο ευτυχισμένος. Πρόσεξε οτι δυο γιατροί και μια νοσοκόμα είχαν μαζευτεί γύρω του, κρατώντας διάφορα έγγραφα στα χέρια τους.
-"Μάλιστα...Κύριος Belvedere. Από τι πάσχει?", ρώτησε ο ένας γιατρός.
-"Θα σε γελάσω, αυτός που γράφει την ιστορία δεν πολυξέρει από αρρώστιες...το μόνο που είναι σίγουρο είναι οτι είναι κάτι σοβαρό και μέχρι το τέλος του κεφαλαίου θα έχει πεθάνει!", απάντησε απογοητευμένος ο άλλος γιατρός.
-"Νοσοκόμα, κάντε του την ένεση του.", είπε ο πρώτος γιατρός στη νοσοκόμα.
Ο κύριος Belvedere, αφού του κάναν την ένεση, σήκωσε αδύναμα το κεφάλι του και είπε:
-"Σκέφτομουν, ξέρετε, ότι σε αυτή τη ζωή οι βλάκες είναι αυτοί που είναι και οι πιο ευτυχισμένοι. Και ξέρετε κάτι άλλο? Για μια στιγμή τους ζήλεψα αυτούς τους βλάκες..."
Οι γιατροί και η νοσοκόμα, που είχαν τα υπαρξιακά τους και αυτοί, βρήκαν αυτό που είπε πολύ ενδιαφέρον και σκόπευαν να το δημοσιεύσουν στο blog τους για μια φιλοσοφική συζήτηση με άλλα άτομα με υπαρξιακά προβλήματα.
-"...μα μετά το σκέφτηκα και λέω...ΜΑΛΑΚΙΕΣ! Μπορεί η λογική να μας πληγώνει, αλλά όποιος δε τη δέχεται απλά είναι ανόητος. Και εγώ ποτέ δε θεώρησα τον εαυτό μου ανόητο! Και τώρα για να νιώσετε ακόμα πιο άσχημα, θα πεθάνω μπροστά σας!"
Οι γιατροί έμειναν με το στόμα ανοιχτό. Η συζήτηση στο blog τους είχε χαλάσει, καθώς και η διάθεση τους. Η νοσοκόμα συγχύστηκε λίγο παραπάνω, λόγω ορμονών.
Και ο κύριος Belvedere το είπε και το έκανε. Ο επιθανάτιος ρόγχος του αντήχησε στο δωμάτιο και σύντομα όλα ήταν σκοτεινά...
...
-"Γέρο, άνοιξε τα ματάκια σου!",ακούστηκε μια φωνή.
Ο κύριος Belvedere άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε γύρω του. Βρισκόταν σε μια παιδική χαρά, ήταν βράδυ και μπροστά του στεκόταν ένα μεγαλόσωμο παιδί, κάπου 20 χρονών, πάνω σε ένα ξύλινο κουνιστό αλογάκι. Δεν ήξερε πραγματικά που βρισκόταν. Το παιδί συνέχισε...
-"Μαλακίες ε? Ίσως θα έπρεπε να αναθεωρήσεις..."
(to be continued...?)
Για τον κύριο Belvedere είχε μια άλλη σημασία. Άθεος ήταν όποιος σε αυτό τον κόσμο σκεφτόταν λογικά. Όποιος ήταν έξυπνος. Οι άθεοι κατείχαν την απόλυτη αλήθεια. Ο κύριος Belvedere σκεφτόταν λογικά, κατείχε την απόλυτη αλήθεια, ήταν έξυπνος. Αυτή η σκέψη πάντα τον ευχαριστούσε. Από μικρός ακόμα,έχοντας κατασταλάξει στην άποψη του αυτή, γελούσε από μέσα του με την καρδιά του στο μάθημα των Θρησκευτικών με τις ανόητες ερωτήσεις των συμμαθητών του. Πώς μπορούσαν να πιστεύουν αυτά τα παραμυθάκια? Για τη δόση φαντασίας του προτιμούσε πάντα τα καρτούν στην τηλεόραση, που σε αντίθεση με τη θρησκεία δεν έπαιρναν τον εαυτό τους τόσο σοβαρά.
Καθώς μεγάλωνε, έβρισκε όλο και περισσότερες ευκαιρίες να καμαρώσει για την ιδεολογία του. Όταν είχε βάλει για πρώτη φορά στο Religious Views του στο facebook "Atheist", χαμογελούσε ηλίθια για 5 λεπτά. Είχε την πρώτη του στύση διαβάζοντας την Περι Θεού Αυταπάτη του Richard Dawkins. Διάβαζε όλο και περισσότερα βιβλία που αποδείκνυαν πόσο δίκαιο είχε. Αυτή η ιστορία δεν είναι μια από αυτές που θα τον ευχαριστούσαν...
Ο κύριος Belvedere είχε πια γεράσει. Δεν είχε και πολλά παράπονα, η ζωή του ήταν γεμάτη περιπέτειες, ταξίδια, καταχρήσεις, γενικά μια ζωή που θα έκανε μια ωραία ιστορία για τα εγγόνια του. Δυστυχώς, δεν είχε εγγόνια για να την διηγηθεί. Το να κάνει οικογένεια δεν ήταν ποτέ στα άμεσα σχέδια του. Πάντα έλεγε ότι αφού στο τέλος πεθαίνεις μόνος, άμα ζήσεις και μόνος δε θα σου φανεί και τόσο άσχημο στο τέλος. Έφτασε εκείνη η μέρα που αρρώστησε άσχημα και το μετάνιωσε πολύ για εκείνο το ευφυολόγημα που παρουσίαζε στους άλλους ως τρόπο ζωής. Ο γιατρός του είπε ότι δε του μέναν παρά ελάχιστες μέρες ζωής. Και τι θα μπορούσε να κάνει τώρα που συνειδητοποιούσε αργά-αργά οτι η ζωή του θα λάμβανε σύντομα τέλος? Οικογένεια δεν είχε να μοιραστεί όσες στιγμές του είχαν απομείνει...Οι περισσότεροι στην ηλικία του στρεφόντουσαν στη θρησκεία, την μόνη λύση για την καταπολέμηση της μεταθανάτιας ανυπαρξίας. Ο κύριος Belvedere ήταν περήφανος άνθρωπος, ήταν και ορθολογιστής και, όσο και αν η ανυπαρξία τον φόβιζε όσο τίποτε άλλο, δεδομένου οτι είχε επιλέξει να περπατήσει όλη του τη ζωή το ψυχρό μονοπάτι της λογικής, δε σκόπευε να γυρίσει πίσω. Έτσι αποφάσισε οτι το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν υπομονή...
Στο κρεβάτι του νοσοκομείου που βρέθηκε κάμποσες μέρες μετά, ο κύριος Belvedere δεν έβγαλε άχνα, όσο και αν υπέφερε από την αργή κατάρρευση του οργανισμού του, παρά μόνο συλλογιζόταν...Η λογική τον είχε κάνει μια ζωή μίζερο, σε μια οικογένεια θα είχε βρει θαλπωρή και αγάπη, σε μια θρησκεία θα είχε βρει ένα σύστημα αξιών και μια ψεύτικη αίσθηση ασφάλειας από τον θάνατο. Μπορεί να ζούσε με άγνοια, αλλά θα ζούσε πιο ευτυχισμένος. Πρόσεξε οτι δυο γιατροί και μια νοσοκόμα είχαν μαζευτεί γύρω του, κρατώντας διάφορα έγγραφα στα χέρια τους.
-"Μάλιστα...Κύριος Belvedere. Από τι πάσχει?", ρώτησε ο ένας γιατρός.
-"Θα σε γελάσω, αυτός που γράφει την ιστορία δεν πολυξέρει από αρρώστιες...το μόνο που είναι σίγουρο είναι οτι είναι κάτι σοβαρό και μέχρι το τέλος του κεφαλαίου θα έχει πεθάνει!", απάντησε απογοητευμένος ο άλλος γιατρός.
-"Νοσοκόμα, κάντε του την ένεση του.", είπε ο πρώτος γιατρός στη νοσοκόμα.
Ο κύριος Belvedere, αφού του κάναν την ένεση, σήκωσε αδύναμα το κεφάλι του και είπε:
-"Σκέφτομουν, ξέρετε, ότι σε αυτή τη ζωή οι βλάκες είναι αυτοί που είναι και οι πιο ευτυχισμένοι. Και ξέρετε κάτι άλλο? Για μια στιγμή τους ζήλεψα αυτούς τους βλάκες..."
Οι γιατροί και η νοσοκόμα, που είχαν τα υπαρξιακά τους και αυτοί, βρήκαν αυτό που είπε πολύ ενδιαφέρον και σκόπευαν να το δημοσιεύσουν στο blog τους για μια φιλοσοφική συζήτηση με άλλα άτομα με υπαρξιακά προβλήματα.
-"...μα μετά το σκέφτηκα και λέω...ΜΑΛΑΚΙΕΣ! Μπορεί η λογική να μας πληγώνει, αλλά όποιος δε τη δέχεται απλά είναι ανόητος. Και εγώ ποτέ δε θεώρησα τον εαυτό μου ανόητο! Και τώρα για να νιώσετε ακόμα πιο άσχημα, θα πεθάνω μπροστά σας!"
Οι γιατροί έμειναν με το στόμα ανοιχτό. Η συζήτηση στο blog τους είχε χαλάσει, καθώς και η διάθεση τους. Η νοσοκόμα συγχύστηκε λίγο παραπάνω, λόγω ορμονών.
Και ο κύριος Belvedere το είπε και το έκανε. Ο επιθανάτιος ρόγχος του αντήχησε στο δωμάτιο και σύντομα όλα ήταν σκοτεινά...
...
-"Γέρο, άνοιξε τα ματάκια σου!",ακούστηκε μια φωνή.
Ο κύριος Belvedere άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε γύρω του. Βρισκόταν σε μια παιδική χαρά, ήταν βράδυ και μπροστά του στεκόταν ένα μεγαλόσωμο παιδί, κάπου 20 χρονών, πάνω σε ένα ξύλινο κουνιστό αλογάκι. Δεν ήξερε πραγματικά που βρισκόταν. Το παιδί συνέχισε...
-"Μαλακίες ε? Ίσως θα έπρεπε να αναθεωρήσεις..."
(to be continued...?)
Καλή χρονιά σε όσους είναι ακόμα αισιόδοξοι.
Σε όλους τους υπόλοιπους...εύχομαι να συνεχίσουμε να ξενερώνουμε τους υπόλοιπους με μίζερες ευχές και το νέο έτος!
Λοιπόν, έχω να γράψω από 31 Οκτωβρίου, όπως θα μπορούσατε να δείτε αν δεν ήσασταν τεμπέληδες και κάνατε λίγο scroll down με το ποντίκι σας. Όποτε καιρός να γράψω καμιά μαλακία ακόμα για να γουστάρουμε εγώ και τα δύο άτομα που διαβάζουν μια στις τόσες αυτό το βλογ.
Ναι! Σταματήστε το CD των Διάφανων Κρίνων που ακούγατε, there is a reason to live once more!
Σύντομα θα γράψω κάτι γαμάτο (υποκειμενικά) εδω πέρα. Stay tuned...
Λοιπόν, έχω να γράψω από 31 Οκτωβρίου, όπως θα μπορούσατε να δείτε αν δεν ήσασταν τεμπέληδες και κάνατε λίγο scroll down με το ποντίκι σας. Όποτε καιρός να γράψω καμιά μαλακία ακόμα για να γουστάρουμε εγώ και τα δύο άτομα που διαβάζουν μια στις τόσες αυτό το βλογ.
Ναι! Σταματήστε το CD των Διάφανων Κρίνων που ακούγατε, there is a reason to live once more!
Σύντομα θα γράψω κάτι γαμάτο (υποκειμενικά) εδω πέρα. Stay tuned...
Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2009
O S πάει στο μετρό.
Ο Sindar εδώ και πολύ καιρό με παρακαλεί γονατιστός να τον αφήσω να γράψει ένα κείμενο για το blog μου. Ύστερα από τις καθημερινές ικεσίες και τα παρακάλια, υποσχέσεις για περισσότερους αναγνώστες, τεχνικές υπνωτισμού, σαγήνευσης, voodoo και πάσης φύσεως μαγεία, αποφάσισα να δεχτώ και να δημοσιεύσω το κείμενό του. (Ed: Και αυτό το έγραψε μόνος του, αλλα επειδή βαριέμαι να γράφω δικό μου, ας προσποιηθούμε οτι το έγραψα εγώ)
Αγαπητέ (καθυστερημένε) αναγνώστη, εδώ και πολλές ημέρες ο αγαπητός Irvine προσπαθεί να με πείσει να κάτσω να γράψω ένα γκρίζο κείμενο για το μπλογκ του (Ed: μόνος του μου το ζήτησε). Του εξήγησα επανειλημμένως πως δε θα κάτσω να αφιερώσω χρόνο για κάτι τέτοιο και άλλωστε του θύμισα πως δεν το διαβάζει και κανείς, εκτός από μερικούς βλαμμένους (όπως εσύ) για τους οποίους θα πρέπει να κάνω έξτρα δουλειά και να εξηγώ μέσα σε παρενθέσεις (σαν αυτή εδώ) τα πράγματα που γράφω για να μπορούν να τα κατανοήσουν(να τα καταλάβουν δηλαδή). Μετά από τα πολλά παρακάλια, τις υποσχέσεις για αστρονομικές(μεγάλες δηλαδή) αμοιβές και αφού με διαβεβαίωσε πως θα μου προσφέρει 5040 πλάκες χρυσού (ασφράγιστες), 20,000,000€ σε ομόλογα του Βατικανού, ένα κατοικίδιο κοάλα(πάντα ήθελα ένα, γιατί θέλω να είμαι ξεχωριστός), ένα μεγάλο αυγό αρκούδας, καθώς και ένα σακί που χωράει παραπάνω από τριάντα απίδια, ενέδωσα.(Ed: με έξυπνο τρόπο δεν επιβεβαιώνει πόσα απίδια τελικά χωράει ο σάκος.) Χωρίς να έχω ιδέα(χωρίς να ξέρω δηλαδή) που πρέπει να καταλήξω με όλα αυτά (και έχοντας κατά νου το αποτέλεσμα των προσφάτων εκλογών στη Βοημία), ξεκινάω. Ή μήπως να πω «ξεκινώ».. Ξεκινώ, γιατί είναι πιο κουλτουρέ και δήθεν.
Είναι Παρασκευή βράδυ [όχι πολύ αργά, γύρω στις 8:16] και βρίσκομαι στο μετρό του Ευαγγελισμού. Έχω φτάσει νωρίς, οπότε βραδύνω το βήμα μου και αποφασίζω να σταματήσω κάπου και να παρατηρήσω τον κόσμο που περνά. Στέκομαι σε μια διακριτική γωνία, πατάω το πλέη στο άϊποντ(κάθε δήθεν ψευτοκουλτουριάρης έχει ένα γκατζετάκι μακ πρόχειρο) και περιμένω. Σε 6 λεπτά έχει φτάσει ο επόμενος συρμός και ο κόσμος αρχίζει να ανεβαίνει τις κυλιόμενες. Μερικοί πατάνε προσεκτικά(με προσοχή δηλαδή) από το κυλιόμενο στο στέρεο έδαφος, άλλοι βιαστικά και μερικοί αφηρημένα. Στρίβουν και με γοργό βηματισμό (εκτός από μερικές αλτέρνατιβ κοπελίτσες, καθώς τα σταράκια προσφέρουν μικρή ιπποδύναμη) περνούν από μπροστά μου. Βιάζονται όλοι (και οι αλτερνατιβ κοπελίτσες), εγώ όχι. Άλλωστε έχω φτάσει νωρίς. Τους παρατηρώ έναν έναν, όλους( νταξ, μπορεί να έχασα μερικούς, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα ). Και θα ξεχωρίσω εδώ μερικούς.
Μέσα στο πλήθος με βήμα σίγουρο, καθώς φαίνεται, είναι ο Μπατμαν (δεν τον χαρακτηρίζω τυχαία έτσι.). Κολλητό μπλουζάκι, στενό τζιν, λουστρίνια, μαλλί φτιαγμένο και ζώνη που αναβοσβήνει. Γυμνασμένος, συνηθισμένος στην καλή διατροφή (σεηκς πρωτεϊνης, κρεατίνη, steroids, τόνος, kit-kats και αυγά αρκούδας –σαν αυτά που μου υποσχέθηκε ο καλός μου Έρβην). Αυτά μπορείς και να τα παρατηρήσεις καθώς τον συναντάς και τον προσπερνάς βιαστικός πηγαίνοντας στον προορισμό σου. Αν όμως έχεις φτάσει νωρίς και στέκεσαι δήθεν αφηρημένος σε μια διακριτική γωνία, τότε τι παραπάνω έχεις την πολυτέλεια να παρατηρήσεις; Το βλέμμα του γυρνά από δω και από κει, προσπαθεί να προσδιορίσει ψάχνοντας αντιδράσεις, κατά πόσο τραβάει την προσοχή ή όχι. Άλλωστε για κάτι πρέπει να αξίζει όλη αυτή η προσπάθεια να δείχνεις εμφανίσιμος. Μου θυμίζει αυτό που κάνουν οι νυχτερίδες (ή τουλάχιστον όταν ήμουν πιτσιρίκι στο σχολείο, αυτό διάβασα ότι κάνουν): ρίχνουν κύματα παντού, αυτά χτυπάνε στα εμπόδια τριγύρω, επιστρέφουν και παίρνουν πίσω «εικόνα». Το κάνουν συνεχώς καθώς δεν έχουν όραση. Έτσι και ο μιστερ Μπατμαν του μετρό, καθώς προχωράει βιαστικά αναμέσα στο πλήθος, κοιτάζει αν τον κοιτάζουν...συνεχώς...ακόμα και όταν βιάζεται.
Εκεί πιο πίσω είναι η τριαντάρα εργαζόμενη καριερίστα. Κομψό ντύσιμο, σίγουρο βάδην και το ψυχρό ύφος του υπολογισμού. Είναι σημαντική ή έτσι πιστεύει. Αλήθεια, πως μετρά κανείς τη σημαντικότητα; Και τι σημασία έχει να είσαι σημαντικός ή όχι;(Ed : να δημοσιεύεται το άρθρο σου στο blog μου.) Ένα βήμα πιο κοντά στην ευτυχία ή θέμα εγωισμού; Ή ίσως η ικανοποίηση του εγώ να είναι ένα βήμα[ίσως δύο] πιο κοντά στην ευτυχία;
Ο έφηβος με το σκεητ. Μα γιατί κατέβηκε εδώ; Δεν έπρεπε να κατέβει στο Συνταγμα; Εκεί συχνάζουν οι σκεητάδες. Βλέμμα αδιάφορο, κορδόνι λυτό. Και αν το πατήσει όσο κάνει σκέητ; Θα φάει τα μούτρα του; Μπα, γνωρίζει πώς να πέφτει. Αλλά θα πέσει. Όμως δεν το φοβάται. Τέλος πάντων, τόση ιστορία άδικα, μπορεί απλά να το δέσει (ναι, το κορδόνι). Να κάνει ένα «μπαλτιμορ νοτ».(Ed: κουλτούρα!!!) Βιάζεται πολύ μάλλον, για να αφιερώσει χρόνο στο δέσιμο ενός παπουτσιού. Άλλωστε προσφέρει και στυλ.
Να και η εικοσάρα βαμμένη ξανθιά με τη μπότα. Γιατί κοπέλα μου είσαι ντυμένη (γδυμένη) και βαμμένη (σοβαντισμένη) έτσι; Τι σου φταίει ο σαραντάρης εργαζόμενος, παντρεμένος που χει βγει βόλτα με τη γυναίκα του, που τον πιάνει στα πράσα να τη χαζεύει και του χώνει μια σφαλιάρα; Φυσικά και δε φταίει. Το βλέπει, χαμογελάει στον εαυτό της αμυδρά και συνεχίζει καρφώνοντας βιαστικά τη μπότα σε κάθε βήμα. Συν ένας.
Δίπλα, λιγάκι δεξιά ο σαραντάρης εργαζόμενος, παντρεμένος που χει βγει βόλτα με τη γυναίκα του. Γιατί όμως βιάζονται, αφού βόλτα βγήκαν; Τον πιάνει στα πράσα να χαζεύει μια μικρούλα ντυμένη προκλητικά, βαμμένη άσχημα και του χώνει μια σφαλιάρα. Ακολουθεί χτύπημα στα πλευρά και πιθανότατα -αργότερα- χτύπημα κάτω από τη ζώνη. Με προσέχει που τους παρατηρώ(με είδε να τους κοιτάζω από τη γωνία που έχω σταθμεύσει δηλαδή – άλλωστε έφτασα νωρίς), τραβά αλλού το βλέμμα βιαστικά και πιάνει τη γυναίκα του από τη μέση. Αυτή τον αφήνει να την κρατήσει και συνεχίζουν προς την έξοδο.
Ένας βιαστικός Ισπανός (ή τέλος πάντως αυτό πιστεύω ότι ήταν), καουμπόικο παπούτσι(χωρίς σπιρούνια), μαύρο τζιν με ευδιάκριτες πορτοκαλί ραφές και πουκάμισο ανοιχτό στο στήθος. Ένας τεράστιος σταυρός κρέμεται στο λαιμό του. Σα να βγήκε από ταινία.
Βιαστικός κόσμος, κάθε μερικά λεπτά, ανεβαίνει τις κυλιόμενες, στρίβει γύρω από την κολόνα, περνάει τα μηχανάκια επικύρωσης εισιτηρίων και φεύγει βιαστικά έξω.
Κάθομαι λίγο ακόμη εκεί στην γωνία παρατηρώντας τον κόσμο να περνά. Πέρασαν άλλοι 3 συρμοί. Σε κάθε φουρνιά του βιαστικού κόσμου πάντα υπήρχε ο μπατμαν, η καριερίστα, ο έφηβος, η ξανθιά, το παντρεμένο ζευγάρι. Μόνο ο Ισπανός έλειπε. Ήταν ουαν ταημ ονλυ, στον πρώτο συρμό(πρεμιέρα). Το ίδιο βιαστικό μοτίβο. Ξανά και ξανά και ξανά Όμως κοιτάζω το ρολόι, έχει περάσει η ώρα. Κατευθύνομαι βιαστικά προς τις κυλιόμενες.. Βιάζομαι. Έχω αργήσει.
Ευχαριστούμε τον Sindar για την βαρετή και ανούσια ιστορία του! :)
Αγαπητέ (καθυστερημένε) αναγνώστη, εδώ και πολλές ημέρες ο αγαπητός Irvine προσπαθεί να με πείσει να κάτσω να γράψω ένα γκρίζο κείμενο για το μπλογκ του (Ed: μόνος του μου το ζήτησε). Του εξήγησα επανειλημμένως πως δε θα κάτσω να αφιερώσω χρόνο για κάτι τέτοιο και άλλωστε του θύμισα πως δεν το διαβάζει και κανείς, εκτός από μερικούς βλαμμένους (όπως εσύ) για τους οποίους θα πρέπει να κάνω έξτρα δουλειά και να εξηγώ μέσα σε παρενθέσεις (σαν αυτή εδώ) τα πράγματα που γράφω για να μπορούν να τα κατανοήσουν(να τα καταλάβουν δηλαδή). Μετά από τα πολλά παρακάλια, τις υποσχέσεις για αστρονομικές(μεγάλες δηλαδή) αμοιβές και αφού με διαβεβαίωσε πως θα μου προσφέρει 5040 πλάκες χρυσού (ασφράγιστες), 20,000,000€ σε ομόλογα του Βατικανού, ένα κατοικίδιο κοάλα(πάντα ήθελα ένα, γιατί θέλω να είμαι ξεχωριστός), ένα μεγάλο αυγό αρκούδας, καθώς και ένα σακί που χωράει παραπάνω από τριάντα απίδια, ενέδωσα.(Ed: με έξυπνο τρόπο δεν επιβεβαιώνει πόσα απίδια τελικά χωράει ο σάκος.) Χωρίς να έχω ιδέα(χωρίς να ξέρω δηλαδή) που πρέπει να καταλήξω με όλα αυτά (και έχοντας κατά νου το αποτέλεσμα των προσφάτων εκλογών στη Βοημία), ξεκινάω. Ή μήπως να πω «ξεκινώ».. Ξεκινώ, γιατί είναι πιο κουλτουρέ και δήθεν.
Είναι Παρασκευή βράδυ [όχι πολύ αργά, γύρω στις 8:16] και βρίσκομαι στο μετρό του Ευαγγελισμού. Έχω φτάσει νωρίς, οπότε βραδύνω το βήμα μου και αποφασίζω να σταματήσω κάπου και να παρατηρήσω τον κόσμο που περνά. Στέκομαι σε μια διακριτική γωνία, πατάω το πλέη στο άϊποντ(κάθε δήθεν ψευτοκουλτουριάρης έχει ένα γκατζετάκι μακ πρόχειρο) και περιμένω. Σε 6 λεπτά έχει φτάσει ο επόμενος συρμός και ο κόσμος αρχίζει να ανεβαίνει τις κυλιόμενες. Μερικοί πατάνε προσεκτικά(με προσοχή δηλαδή) από το κυλιόμενο στο στέρεο έδαφος, άλλοι βιαστικά και μερικοί αφηρημένα. Στρίβουν και με γοργό βηματισμό (εκτός από μερικές αλτέρνατιβ κοπελίτσες, καθώς τα σταράκια προσφέρουν μικρή ιπποδύναμη) περνούν από μπροστά μου. Βιάζονται όλοι (και οι αλτερνατιβ κοπελίτσες), εγώ όχι. Άλλωστε έχω φτάσει νωρίς. Τους παρατηρώ έναν έναν, όλους( νταξ, μπορεί να έχασα μερικούς, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα ). Και θα ξεχωρίσω εδώ μερικούς.
Μέσα στο πλήθος με βήμα σίγουρο, καθώς φαίνεται, είναι ο Μπατμαν (δεν τον χαρακτηρίζω τυχαία έτσι.). Κολλητό μπλουζάκι, στενό τζιν, λουστρίνια, μαλλί φτιαγμένο και ζώνη που αναβοσβήνει. Γυμνασμένος, συνηθισμένος στην καλή διατροφή (σεηκς πρωτεϊνης, κρεατίνη, steroids, τόνος, kit-kats και αυγά αρκούδας –σαν αυτά που μου υποσχέθηκε ο καλός μου Έρβην). Αυτά μπορείς και να τα παρατηρήσεις καθώς τον συναντάς και τον προσπερνάς βιαστικός πηγαίνοντας στον προορισμό σου. Αν όμως έχεις φτάσει νωρίς και στέκεσαι δήθεν αφηρημένος σε μια διακριτική γωνία, τότε τι παραπάνω έχεις την πολυτέλεια να παρατηρήσεις; Το βλέμμα του γυρνά από δω και από κει, προσπαθεί να προσδιορίσει ψάχνοντας αντιδράσεις, κατά πόσο τραβάει την προσοχή ή όχι. Άλλωστε για κάτι πρέπει να αξίζει όλη αυτή η προσπάθεια να δείχνεις εμφανίσιμος. Μου θυμίζει αυτό που κάνουν οι νυχτερίδες (ή τουλάχιστον όταν ήμουν πιτσιρίκι στο σχολείο, αυτό διάβασα ότι κάνουν): ρίχνουν κύματα παντού, αυτά χτυπάνε στα εμπόδια τριγύρω, επιστρέφουν και παίρνουν πίσω «εικόνα». Το κάνουν συνεχώς καθώς δεν έχουν όραση. Έτσι και ο μιστερ Μπατμαν του μετρό, καθώς προχωράει βιαστικά αναμέσα στο πλήθος, κοιτάζει αν τον κοιτάζουν...συνεχώς...ακόμα και όταν βιάζεται.
Εκεί πιο πίσω είναι η τριαντάρα εργαζόμενη καριερίστα. Κομψό ντύσιμο, σίγουρο βάδην και το ψυχρό ύφος του υπολογισμού. Είναι σημαντική ή έτσι πιστεύει. Αλήθεια, πως μετρά κανείς τη σημαντικότητα; Και τι σημασία έχει να είσαι σημαντικός ή όχι;(Ed : να δημοσιεύεται το άρθρο σου στο blog μου.) Ένα βήμα πιο κοντά στην ευτυχία ή θέμα εγωισμού; Ή ίσως η ικανοποίηση του εγώ να είναι ένα βήμα[ίσως δύο] πιο κοντά στην ευτυχία;
Ο έφηβος με το σκεητ. Μα γιατί κατέβηκε εδώ; Δεν έπρεπε να κατέβει στο Συνταγμα; Εκεί συχνάζουν οι σκεητάδες. Βλέμμα αδιάφορο, κορδόνι λυτό. Και αν το πατήσει όσο κάνει σκέητ; Θα φάει τα μούτρα του; Μπα, γνωρίζει πώς να πέφτει. Αλλά θα πέσει. Όμως δεν το φοβάται. Τέλος πάντων, τόση ιστορία άδικα, μπορεί απλά να το δέσει (ναι, το κορδόνι). Να κάνει ένα «μπαλτιμορ νοτ».(Ed: κουλτούρα!!!) Βιάζεται πολύ μάλλον, για να αφιερώσει χρόνο στο δέσιμο ενός παπουτσιού. Άλλωστε προσφέρει και στυλ.
Να και η εικοσάρα βαμμένη ξανθιά με τη μπότα. Γιατί κοπέλα μου είσαι ντυμένη (γδυμένη) και βαμμένη (σοβαντισμένη) έτσι; Τι σου φταίει ο σαραντάρης εργαζόμενος, παντρεμένος που χει βγει βόλτα με τη γυναίκα του, που τον πιάνει στα πράσα να τη χαζεύει και του χώνει μια σφαλιάρα; Φυσικά και δε φταίει. Το βλέπει, χαμογελάει στον εαυτό της αμυδρά και συνεχίζει καρφώνοντας βιαστικά τη μπότα σε κάθε βήμα. Συν ένας.
Δίπλα, λιγάκι δεξιά ο σαραντάρης εργαζόμενος, παντρεμένος που χει βγει βόλτα με τη γυναίκα του. Γιατί όμως βιάζονται, αφού βόλτα βγήκαν; Τον πιάνει στα πράσα να χαζεύει μια μικρούλα ντυμένη προκλητικά, βαμμένη άσχημα και του χώνει μια σφαλιάρα. Ακολουθεί χτύπημα στα πλευρά και πιθανότατα -αργότερα- χτύπημα κάτω από τη ζώνη. Με προσέχει που τους παρατηρώ(με είδε να τους κοιτάζω από τη γωνία που έχω σταθμεύσει δηλαδή – άλλωστε έφτασα νωρίς), τραβά αλλού το βλέμμα βιαστικά και πιάνει τη γυναίκα του από τη μέση. Αυτή τον αφήνει να την κρατήσει και συνεχίζουν προς την έξοδο.
Ένας βιαστικός Ισπανός (ή τέλος πάντως αυτό πιστεύω ότι ήταν), καουμπόικο παπούτσι(χωρίς σπιρούνια), μαύρο τζιν με ευδιάκριτες πορτοκαλί ραφές και πουκάμισο ανοιχτό στο στήθος. Ένας τεράστιος σταυρός κρέμεται στο λαιμό του. Σα να βγήκε από ταινία.
Βιαστικός κόσμος, κάθε μερικά λεπτά, ανεβαίνει τις κυλιόμενες, στρίβει γύρω από την κολόνα, περνάει τα μηχανάκια επικύρωσης εισιτηρίων και φεύγει βιαστικά έξω.
Κάθομαι λίγο ακόμη εκεί στην γωνία παρατηρώντας τον κόσμο να περνά. Πέρασαν άλλοι 3 συρμοί. Σε κάθε φουρνιά του βιαστικού κόσμου πάντα υπήρχε ο μπατμαν, η καριερίστα, ο έφηβος, η ξανθιά, το παντρεμένο ζευγάρι. Μόνο ο Ισπανός έλειπε. Ήταν ουαν ταημ ονλυ, στον πρώτο συρμό(πρεμιέρα). Το ίδιο βιαστικό μοτίβο. Ξανά και ξανά και ξανά Όμως κοιτάζω το ρολόι, έχει περάσει η ώρα. Κατευθύνομαι βιαστικά προς τις κυλιόμενες.. Βιάζομαι. Έχω αργήσει.
Ευχαριστούμε τον Sindar για την βαρετή και ανούσια ιστορία του! :)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)